Ο Υπάτιος Πατμάνογλου, ο 41χρονος που είδε τη γυναίκα και το παιδί του να χάνονται δραματικά μπροστά στα έντρομα μάτια του, μίλησε στο Star και την εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα».

«Νιώθω μεγάλη ανακούφιση με τον κόσμο κι όλους όσους μου στέλνουν μηνύματα, πραγματικά ηρεμεί η ψυχούλα μου!» δηλώνει με τρεμάμενη φωνή. «Πιστεύω ότι ηρεμεί και η ψυχούλα της γυναίκας μου και του παιδιού μου».

Καθώς ο 41χρονος έχει ακούσει διάφορα πράγματα εναντίον του, όπως, για παράδειγμα, ότι δεν είχε παρκάρει σωστά, ευχαρίστησε εκείνον που δημοσίευσε το βίντεο, αλλιώς «θα τον έπνιγαν οι τύψεις», όπως είπε χαρακτηριστικά.

Μίλησε, ακόμα, και για τον οδηγό της Πόρσε, που στοίχισε τη ζωή στη γυναίκα και το παιδί του. «Τα θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια του παιδιού. Δεν θέλω να λένε αυτά που λένε. Κι αν έχει χρήματα κι αν δεν έχει, δεν παίζει ρόλο! Ήταν πιτσιρικάς, είχε ένα γρήγορο αυτοκίνητο, έτρεχε, παρανόμησε, αλλά δεν έπρεπε να χάσει τη ζωούλα του έτσι».

«Είδα ξαφνικά μπροστά μου 4 νεκρούς, τη γυναίκα μου, το παιδί μου και δυο νεαρούς. Ας τους αναπαύσει ο Θεός την ψυχή. Αυτό το πράγμα, ούτε στον χειρότερο εχθρό».

 

Η στιγμή του δυστυχήματος

 

Ο 41χρονος σταμάτησε δεξιά για να επισκεφτεί την τουαλέτα, στην οποία μάλιστα πήγε σχεδόν τρέχοντας, για να μειώσει όσο το δυνατόν περισσότερο το χρονικό διάστημα της στάσης τους, καθώς το παιδί τους ήταν ανήσυχο. Ξαφνικά, άκουσε μια έκρηξη. Όλα τα φώτα έκλεισαν και το περιβάλλον γέμισε καπνούς. «Εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι πρέπει να σωθώ οπωσδήποτε! Έπεσα κάτω, έβαλα τη μπλούζα μου μπροστά στη μύτη και το στόμα μου, για να μην αναπνέω ούτε τη φωτιά ούτε τον καπνό. Λειτούργησε το ένστικτό μου! Βγήκα έξω με όση δύναμη είχα. Πήγα να βρω τη γυναίκα μου και να της πω ‘ρε κοριτσάρα μου, τι πήγα να πάθω, πήγα να καώ ζωντανός’. Με το που βγήκα, είδα το αυτοκίνητό μου κομμένο στα δύο! Δεν το κατάλαβα εκείνη την ώρα, νόμιζα ότι έβλεπα ένα ψέμα».

Δεν είδε το άλλο αυτοκίνητο καθόλου, άρχισε να ψάχνει μήπως κάτι στο δικό του αυτοκίνητο προκάλεσε την έκρηξη. Κάνοντας τον γύρο του κτηρίου, είδε ένα μαγαζί με φιάλες οξυγόνου. Στην αρχή, νόμισε ότι εκείνες είχαν εκραγεί, μετά, όμως, αντιλήφθηκε, βλέποντας τα λάστιχα από την Πόρσε, ότι ένα άλλο αυτοκίνητο είχε πέσει πάνω στο δικό του κι είχε προκαλέσει όλο αυτό το χάος.

 

Η πίστη και το μεγαλείο ψυχής

 

«Όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο. Γιατί να μην συμβεί σε μένα; Είναι θέλημα Θεού. Ό,τι γίνεται, γίνεται για κάποιο σκοπό. Περνάω αυτή τη δοκιμασία για κάποιο σκοπό. Αν δεν το βάλω αυτό καλά στο μυαλό μου, θα τρελαθώ».

Ο Υπάτιος, άνθρωπος με τεράστια ψυχική δύναμη, όπως λέει, υποστηρίζει ότι δεν φοβήθηκε ποτέ. «Είπα ότι δεν θα μου στερήσει κανείς ποτέ το δικαίωμα της χαράς. Αυτό το πράγμα, όμως, δεν περίμενα να συμβεί. Με συγκλόνισε πάρα πολύ».   

Ο 41χρονος είναι ιδιαίτερα δεμένος με την οικογένειά του και δηλώνει ότι «ευτυχώς δεν είναι μόνος». Στη δυσκολία του, οι δικοί του άνθρωποι ήρθαν και τον αγκάλιασαν. «Αν είσαι μόνος σου, όσο δυνατός και να ‘σαι, δεν μπορείς να το πολεμήσεις αυτό» υπογραμμίζει συντετριμμένος.

«Στην αγαπημένη μου πεθερούλα βλέπω τη γυναίκα μου. Εκείνη, βλέπει στα μάτια μου την οικογένειά μου. Προσπαθώ να δίνω σε όλους δύναμη. Θέλουμε βοήθεια. Δεν παλεύεται, αν είσαι μόνος σου, αυτό το πράγμα».

Πήγαινε τον γιο του, τον «Παυλάκη» του, όπως τον αποκαλεί, σχεδόν κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Οικογένεια θρήσκων, κοινωνούσαν, εξομολογούνταν, ήταν πολύ «της εκκλησίας».

«Θέλω να πιστεύω ότι η οικογένειά μου έχει ανέβει στον Παράδεισο τώρα και θα χαίρεται για μένα» συγκλονίζει ο Υπάτιος. «Πρέπει να σταθώ δυνατός και να καταφέρω, με την προσπάθειά μου εδώ στη γη, να έρθω δίπλα τους».

Ο 41χρονος αποκάλυψε, μάλιστα, ότι θέλει να φτιάξει ένα αγαλματάκι της γυναίκας και του γιου του αγκαλιά, στο σημείο που έγινε το δυστύχημα, με δικά του έξοδα, δεν ξέρει, όμως, αν επιτρέπεται από τη νομοθεσία και ποια είναι η διαδικασία. «Τα λουλούδια μαραίνονται, ένα μνημείο, όμως, θα μείνει και ο κόσμος θα το κοιτάει».

Αν είχε ένα τόσο γρήγορο αυτοκίνητο, όπως αυτό που στοίχισε τη ζωή στη γυναίκα και το 3χρονο παιδί του, δεν θα έτρεχε τόσο γρήγορα στον δρόμο, όσο κι αν του αρέσει η ταχύτητα. «Το αυτοκίνητο αυτό έχει τελική ταχύτητα 330 χιλιόμετρα. Το παιδί πρέπει να πήγαινε με πάνω από 300, μπορεί και παραπάνω από 330. Σε αυτά τα αμάξια, χάνεις την αίσθηση της ταχύτητας, μπορεί να πηγαίνεις με 200 και να νομίζεις ότι είσαι σχεδόν σταματημένος. Αυτό δεν δικαιολογεί την ταχύτητα με την οποία έτρεχε, ήταν παράνομο το παιδί. Και το δικό μου αυτοκίνητο ήταν γρήγορο, αλλά δεν προκάλεσα τίποτα ποτέ. Ήθελα να είμαι ασφαλής».

Αυτό που ζητάει ο Υπάτιος είναι πολύ απλό: να τηρούμε τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. «Όταν το όριο είναι 140, να πηγαίνουμε με 140. Βέβαια, μπορεί το παιδί να πήγαινε με 140 αλλά να του έσκαγε το λάστιχο και πάλι να έπεφτε πάνω μου».   

Ο Υπάτιος με τη γυναίκα του, Αποστολία, κατέβηκαν στην Αθήνα, στην οποία δεν είχαν πολλές κοινωνικές σχέσεις. Στην Αποστολία η ζωή στην πόλη δεν άρεσε, της έδινε, όμως, δύναμη ο άντρας της. «Ό,τι θέλεις, ο Υπάτιος, της έλεγα. Την αγαπούσα πολύ! Και το παιδάκι μας! Κάναμε σχέδια! Πηγαίναμε σε εκθέσεις αυτοκινήτων, γιατί ήθελα να βάλω και τον πιτσιρικά στο τρυπάκι με τα αυτοκίνητα. Του αγόραζα και διάφορα αυτοκινητάκια. Το τελευταίο που του αγόρασα ήταν μια Πόρσε, ειρωνεία της τύχης».

«Δεν φταίει το παλικάρι» λέει για τον νεαρό οδηγό της Πόρσε. «Κάποιος άλλος πήρε αυτές τις 4 ζωές. Ήταν όλα τόσο προγραμματισμένα, που αν θέλεις να το κάνεις δεν γίνεται! Είχα βγει πριν λίγα δευτερόλεπτα από το αυτοκίνητο, πήρα ολόκληρος φωτιά και δεν κάηκα! Το πιστεύετε; Πήρε αυτούς τους 4 και το σκυλάκι μου μαζί! Ήθελε να μείνω ζωντανός! Το ήθελε η μοίρα. Έτσι καλύπτομαι ψυχικά εγώ».

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι και η σύζυγός του ήθελε να πάει στην τουαλέτα, αλλά δεν μπορούσαν να αφήσουν το παιδί μόνο του στο αυτοκίνητο. Συμφώνησαν, λοιπόν, να πάει πρώτα ο Υπάτιος και, μόλις γύριζε, να έμενε με τον μικρό για να πάει και η Αποστολία.

Η γυναίκα ήταν πολύ χαρούμενη που επέστρεφε στην Πτολεμαΐδα. «Είχε γίνει μια κούκλα, μια θεά! Είχε ετοιμάσει το αυτοκίνητο και περίμενε να γυρίσω από τη δουλειά για να φύγουμε. Μας περίμεναν εκεί οι οικογένειές μας να περάσουμε 10 μέρες μαζί. Ήταν η όασή μας!»  

 

Tags: