Η ιστορία του Γιώργου είναι πραγματικά συγκινητική, καθώς ένα αγόρι Ρομά που μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, κατάφερε να φοιτήσει στο σχολείο και να αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Ο Γιώργος διάβαζε στο σκοτάδι παρέα με τα ποντίκια. Ο παππούς του, που είχε αντιληφθεί την αγάπη του για τα γράμματα, τον έγραψε στο Δημοτικό σχολείο, περίπου στα 7- 8 του χρόνια.

«Στην Α’ δημοτικού τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα, η προσαρμογή στο Δημοτικό. Ακραίος ρατσισμός στο Δημοτικό. Εγώ δεν είχα την προσχολική αγωγή, δεν εκπαιδεύτηκα. Κατευθείαν πήγα στο δημοτικό. Ήμασταν και φτωχή οικογένεια, είχαμε και άλλα δύο-τρία αδέρφια. Ήμασταν πολυμελής η οικογένεια. Μέναμε στο σπίτι του παππού μου στον Γέρακα. Έχει ένα κανονικό σπίτι ο παππούς μου», περιέγραψε στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα».
Το πρόβλημα υγείας του παππού ανάγκασε όλη την οικογένεια να βγει στην αγορά εργασίας, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της υγειονομικής περίθαλψης. Ο Γιώργος, τότε, πήγαινε στην ΣΤ’ Δημοτικού.
«Πουλούσαμε σκόρδα, καρπούζια κι εγώ παρέα με τον πατέρα μου, στις λαϊκές αγορές, στα παζάρια», συνέχισε.

Με το απολυτήριο Δημοτικού, είπε να γραφτεί και σε γυμνάσιο. Φοβήθηκε μήπως βιώσει ρατσισμό στο ημερήσιο γυμνάσιο κι έτσι γράφτηκε στο Εσπερινό. «Εκεί επειδή τα παιδιά είναι εργαζόμενα, υπήρχαν άνθρωποι πιο μεγάλης ηλικίας, με πιο ώριμη σκέψη», εξήγησε.
«Από το γυμνάσιο μέχρι το λύκειο είχα τη σκέψη να σπουδάσω. Το ήθελα, γιατί ήταν από μικρός το όνειρό μου να γίνω νοσηλευτής», εξομολογήθηκε. Παραδέχτηκε, δε πως στο σχολείο έκανε δυνατές φιλίες και ένιωσε κοινωνική ενδυνάμωση, καθώς για χρόνια ήταν αποκομμένος από την κοινωνία.
«Από τη Β’ Λυκείου άρχισα να προετοιμάζομαι για τις πανελλήνιες. Οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν οι καλύτερες. Έμενα σε μια παράγκα, όπως και τώρα. Έφυγα από το σπίτι του παππού μετά τον θάνατό του. Κάπου το 2012 γύρισα στον καταυλισμό με την οικογένειά μου.
Αντιμετώπισα την ακραία φτώχεια, ήταν ένα εμπόδιο αυτό. Δεν υπήρχε φως. Είχαμε ρεύμα, αλλά ήταν παράνομο, ήταν από κολώνα της ΔΕΗ, ρευματοκλοπή ας πούμε», εξομολογήθηκε.

«Πρέπει η κοινωνία να αντιληφθεί αυτό. Δεν κλέβουμε το ρεύμα επειδή μας ήρθε ή επειδή δε θέλουμε να πληρώσουμε το ρεύμα. Είναι μια βιοτική ανάγκη που πρέπει να καλύψουμε κι εμείς σαν άνθρωποι, να επιβιώσουμε. Ερχόταν η αστυνομία στις 6 τα ξημερώματα και μας κόβανε το ρεύμα. Εγώ έδινα εξετάσεις και δεν είχα ρεύμα να διαβάσω το μάθημα για να πάω να το δώσω. Άναβα το καντηλάκι, είχα φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο. Με βοήθησε αυτό το φως, ήταν ευλογημένο φως», επισήμανε.
Ο Γιώργος εργάζεται ως νοσηλευτής σε ένα νευρολογικό κέντρο που κάνουν αιμοκάθαρση. Ονειρεύεται να χτίσει μια ζωή και να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια εκτός καταυλισμού.