Το σπίτι του Υπάτιου Πατμάνογλου είναι ένα τυπικό μακεδονικό σπίτι, φτιαγμένο από παππούδες και πατεράδες. Ο ίδιος, καθισμένος στη γωνία ενός καφενείου, μίλησε στην εφημερίδα Real News, λέγοντας ότι τον τελευταίο καιρό ζούσε με την οικογένειά του στο Νέο Φάληρο. «Φύγαμε για να κάνουμε καθαρά Δευτέρα κοντά στους δικούς μας. Το θέλαμε πολύ! Πάντα πήγαινα από παράδρομους, για να γλιτώσουμε μερικά ευρώ. Εκείνη την ημέρα, η γυναίκα μου ζήτησε να πάμε από τον κανονικό δρόμο, γιατί δεν είχε καθόλου κίνηση».

«Βγήκα έξω από την τουαλέτα πανικόβλητος» συνεχίζει την περιγραφή του ο Υπάτιος. «Μέσα στον πανικό μου, μου φάνηκε πως είδα σωριασμένη στο βάθος του δρόμου τη γυναίκα μου. Όταν πλησίασα, διαπίστωσα ότι ήταν το σώμα ενός νεαρού άντρα, που αργότερα έμαθα πως ήταν ο συνοδηγός της Porsche. Η Αποστολία και ο Παύλος δεν ήταν πουθενά. Είχαν χαθεί. Δεν έμεινε τίποτα για να τους αναγνωρίσω. Παρότι έβλεπα ότι έγινε κάτι το αδιανόητο, γρήγορα κατάλαβα ότι όλο αυτό το μακελειό που είχα μπροστά στα μάτια μου ήταν αποτέλεσμα της τρομακτικής ταχύτητας με την οποία η Porsche χτύπησε το αυτοκίνητό μας». 

Ο τραγικός πατέρας, όμως, δεν συγκλονίζει μόνο με την περιγραφή του αλλά και με τη μεγαλοψυχία του: εξήγησε ότι συγχώρεσε τον οδηγό της Porsche, από την πρώτη κιόλας στιγμή! «Τον υπαίτιο τον συγχώρεσα την ίδια στιγμή, γιατί ήξερα ότι δεν είχε καμιά πρόθεση. Και εγώ στα νιάτα μου έτσι γρήγορα έτρεχα». Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι ακόμα και σήμερα θα έτρεχε με τέτοια ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά «μόνο σε πίστα, ποτέ σε δρόμο. Ο ίλιγγος μου άρεσε, τα ακραία τα ζήταγα, για αυτό στον Στρατό υπηρέτησα στις Ομάδες Υποβρυχίων Καταστροφών (ΟΥΚ). Το βράδυ των Ιμίων ήμουν εκεί. Ετοιμος να κάνω το παν για την πατρίδα. Μείναμε κάτω από το νερό 17 ώρες. Και στο τέλος πήραμε εντολή να αποσυρθούμε! Μ’ έπιασαν τα κλάματα... »

Στη συνέχεια, ο Υπάτιος μίλησε και για τον πνευματικό του πατέρα, τον Θεόφιλο Φραγκουλίδη, τον άνθρωπο που του δίνει κουράγιο και δύναμη να προχωρήσει στη ζωή του. «Σε αυτόν οφείλεται το κουράγιο μου να μπορώ να μιλάω τώρα για όλα αυτά. Βέβαια, αισθάνομαι δυνατός μόνο όταν βρίσκομαι ανάμεσα στους συγγενείς και τους φίλους μου. Από αυτούς παίρνω δύναμη. Όταν είμαι μόνος, είμαι ένα μηδενικό».

Σκέφτεται με τρόμο την επιστροφή του στην Αθήνα, είναι ένα σενάριο που δεν θέλει ούτε να σκεφτεί. «Δεν αντέχω, παρότι ο διευθυντής και ο προϊστάμενός μου με πήραν τηλέφωνο κλαίγοντας και μου είπαν να μείνω όσο θέλω με τους δικούς μου μέχρι να συνέλθω και να γυρίσω στη δουλειά. Ομως, εγώ δεν θέλω να γυρίσω πίσω ποτέ. Θέλω, εάν είναι δυνατόν, να δουλέψω εδώ πάνω στα μέρη μας, στην Πτολεμαΐδα, κοντά στους δικούς μου».

Τέλος, υποστηρίζει ότι ο καθένας πρέπει να διαχειρίζεται το πένθος του. «Δεν πρέπει ο ένας να συγχωρεί τον άλλον; Να βοηθάει ο ένας τον άλλον;»

 

Tags: