Ήρωας του ΄40 περιγράφει στο star.gr πώς είναι να πολεμάς στην πρώτη γραμμή

«Σκότωσα τον εχθρό, αλλά δεν ξέρω αν θα με τιμωρήσει ο Θεός»

Όλη η συνέντευξη του Δημήτριου Κάλμπαρη, ο οποίος πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας το 1940.

Ο Δημήτριος Κάλμπαρης τον ερχόμενο Ιανουάριο θα κλείσει τα 105 έτη. Είναι ο μεγαλύτερος και ένας από τους τελευταίους εν ζωή μαχητές της εποποιίας του 1940. Με τη συμπλήρωση 80 χρόνων από το ιταλικό τελεσίγραφο και την αιφνιδιαστική εισβολή της φασιστικής Ιταλίας στα ελληνικά φυλάκια στις κορυφές της Πίνδου, ο ίδιος αφηγήθηκε στο star.gr πού ήταν όταν η Ελλάδα φώναξε το ΟΧΙ.

Το κάλεσμα σε επιστράτευση τον βρήκε στο Βόλο να ψάχνει για δουλειά. Είχε μόλις απολυθεί από τον στρατό, όπου υπηρέτησε κληρωτός στα σύνορα.

«Μπήκαμε ξανά στο τάγμα, μας έδωσαν ρούχα, τρόφιμα και μας έβαλαν νύχτα και πήγαμε στην Καλαμπάκα. Από εκεί ξεκινήσαμε και πήγαμε κατευθείαν στα σύνορα, γιατί είχαν σπάσει. Πήγαμε εμείς οι νέοι και πολεμήσαμε», είπε.

Η μαρτυρία του από την πρώτη γραμμή του πολέμου και τις κακουχίες που έζησε μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιώτες στο ελληνοαλβανικό μέτωπο είναι συγκλονιστική. 

Ο Δημήτρης Κάλμπαρης σε ηλικία 104 ετών αφηγήθηκε πώς βίωσε το Έπος του '40

«Τη μία στιγμή μιλούσαμε και σε 10 λεπτά σκοτώνονταν»

Ο κ. Κάλμπαρης πολέμησε στο ηρωικό ύψωμα, 731, 20 χλμ. βόρεια της Κλεισούρας στην Αλβανία, όπου διεξήχθη μία από τις φονικότερες μάχες του ελληνοϊταλικού πολέμου, κατά τη διάρκεια της περίφημης εαρινής επίθεσης των Ιταλών τον Μάρτιο του 1941.

«Πολέμησα πολύ. Από την αρχή μέχρι το τέλος πέρασα πολύ άσχημα στην πρώτη γραμμή. Πίσω μας ήταν το τάγμα από την Κρήτη. Έπιανα τους αιχμαλώτους και τους έδινα στους Κρητικούς», είπε.

Κορωνοϊός: Πώς θα γιορτάσουμε φέτος την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

Από τους συντρόφους του ήταν ο μοναδκός που κατάφερε να γυρίσει πίσω ζωντανός. 

«Όλοι όσοι είχα για παρέα σκοτώθηκαν. Σκοτώθηκαν τα παιδάκια μας. Σκοτώθηκαν τα παλικάρια μας. Τη μία στιγμή μιλούσαμε μαζί τους και σε 10 λεπτά σκοτώνονταν. Ήμασταν σε μια χαράδρα και άκουγα από δίπλα καυγές, “Κάλμπαρη πεθαίνω...”.Έχασα πολλούς φίλους μου», είπε.

Το Έπος του «Όχι»: O χάρτης με τα σημαντικότερα γεγονότα

Ελληνοιταλικός πόλεμος

Στο μέτωπο του αγώνα. AP Images

«Σκότωσα τον εχθρό, αλλά δεν ξέρω αν θα με τιμωρήσει ο Θεός»

Ο νεαρός Κάλμπαρης έζησε από κοντά τη φρίκη του πολέμου.

«Εμένα οι σφαίρες δε με περνούσαν. Πολλές σφαίρες τρυπούσαν τη χλαίνη μου, τρυπούσαν τα ρούχα μου, αλλά εμένα δεν μπόρεσαν να με σκοτώσουν. Δεν μπόρεσαν. Εγώ σκότωσα πάρα πολλούς. Σκότωσα τον εχθρό, αλλά η ψυχή μου… δεν ξέρω αν θα με τιμωρήσει ο Θεός», είπε.

Βρήκαν όπλα και ξιφολόγχες στα Ιωάννινα από το 1940

«Τρώγαμε φλούδες δέντρων και μέλι μαζί με τις μέλισσες»

Οι στρατιώτες που πολέμησαν στα βουνά της Αλβανίας, είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τον πάνοπλο εχθρό, την πείνα, το κρύο και τις ψείρες. 

«Μόλις φτάσαμε στα σύνορα, μας είπαν οι αξιωματικοί, που και αυτοί ήταν σαν και εμάς αγράμματοι, “τώρα πετάτε τα πράγματά σας και κρατάτε μόνο τα όπλα και τις σφαίρες, διότι από εδώ θα πολεμήσετε”».

28η Οκτωβρίου: 14 μαχητικά πάνω θα πετάξουν πάνω από τον ελληνικό ουρανό

 Από κει και πέρα σύμφωνα με τον κ. Κάλμπαρη τελείωσε και το φαγητό. 

έπος '40

Έλληνες στρατιώτες στο αλβανικό μέτωπο. AP Images

Είχαμε μία κουραμάνα μόνο που μας έδωσαν από τον Βόλο. Πέντε μήνες δεν έφαγα τίποτα. Στα σύνορα ήμουνα μπροστά- μπροστά. Από τα δέντρα ξεφλούδιζα τις φλούδες και έτρωγα.

Μπαίνοντας στην Αλβανία οι εξαντλημένοι από την πείνα στρατιώτες στράφηκαν για να στυλωθούν στα καλαμπόκια που είχαν κρεμασμένα οι κάτοικοι για να στεγνώσουν, περιγράφει. 

«Βρήκαμε και μελίσσια. Τα παίρναμε, τα κλωτσούσαμε και έπαιρνα και έτρωγα το μέλι μαζί με τις μέλισσες. Το πιστεύεις αυτό; Πρέπει να το πιστέψεις. Δε λέω ψέματα, είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος…Είναι δυνατόν; Με ρωτάνε μερικοί πώς ζω τόσα πολλά χρόνια. Τόσες μέλισσες που έφαγα. Εδώ σε τσιμπάνε και πρήζεσαι κι εγώ τις έτρωγα», είπε.

Το μνημείο για τους πεσόντες στο ύψωμα 731 στα Τρίκαλα (φωτ. αρχείου eurokinissi)

Οι χύτρες με τα μακαρόνια των Ιταλών

Συνεχίζοντας, ο κ. Κάλμπαρης διηγήθηκε μία από τις εφόδους των Ελλήνων στρατιωτών, όταν ξαφνικά βρέθηκαν απέναντι στον εχθρό. 

«Μπήκαμε σε μία χαράδρα. Είχαν μακαρόνια οι Ιταλοί, 3- 4 χύτρες. Ήταν έτοιμοι για να φάνε. Μπήκαμε εμείς και μόλις μας είδαν έκοψαν πέρα. Πήραμε εκείνα τα μακαρόνια και φάγαμε».

«Οι ψείρες μας τσιμπούσαν με τις χούφτες, αλλά το κρύο ήταν φοβερό»

Ο χειμώνας του 1941 ήταν ένας από τους χειρότερους των τελευταίων ετών κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των στρατιωτών στα βουνά της Πίνδου. Το δριμύ ψύχος προκαλούσε κρυοπαγήματα, τα οποία οδήγησαν χιλιάδες σε ακρωτηριασμό, ακόμη και θάνατο.

«Μαζί με την πείνα είχαμε και τα χιόνια. Δεν μπορείς να το πιστέψεις. Και ψείρες. Χούφτες- χούφτες μας τσιμπούσαν. Αλλά τι να πάρουν από εμάς; Είχαμε αίμα; Δεν είχαμε τίποτα. Οι ψείρες δεν ήταν τίποτα όμως. Το κρύο ήταν φοβερό. Είχε κάνει πολλές παγωνιές. Ήμασταν μέσα στις χαράδρες, μέσα στο κρύο», είπε ο κ. Κάλμπαρης.

Η επιστροφή στον Βόλο με τα πόδια

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία, οι ήρωες του αλβανικού μετώπου πήραν τον δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα, μέσα από τις δύσβατες ορεινές διαδρομές. 

«Επιστρέφοντας στην Ελλάδα όταν τελείωσε ο πόλεμος, φτάσαμε κοντά στην Καλαμπάκα. Εκεί μας είπαν οι περισσότεροι, “μην πάτε στην Καλαμπάκα γιατί σας πιάνουν οι Γερμανοί και σας στέλνουν στη Γερμανία”. Γυρίσαμε με τα πόδια», θυμήθηκε ο κ. Κάλμπαρης.

Έκθεση με προσωπικά αντικείμενα πεσόντων και ευρήματα από τους τάφους και τα πεδία μαχών κατά το Έπος του '40 (φωτ. αρχείου eurokinissi)
Συνεχίζοντας την αφήγησή του είπε:

«Εκεί κάτω είχαν πεθάνει τα ζώα από την πείνα. Έκοψα ένα κομμάτι από ένα άλογο, πήρα το κρέας και το έτρωγα μέχρι να γυρίσω εδώ στον Βόλο. Από βουνό σε βουνό πήγαινα. Παρέα δεν είχα. Δεν είχα πατριώτες. Πέθαναν όλοι. Από τη Μακρινίτσα, όλοι όσοι πήγαν σκοτώθηκαν. Δε γύρισε κανένας».

«Θα φύγω με παράπονο»

Ανάμεσα στα περιστατικά για το έπος του ‘40 που αφηγήθηκε ο κ. Κάλμπαρης δεν έκρυψε το παράπονό του για τον εμφύλιο, αλλά και τη μειωμένη σύνταξη των 560 ευρώ που λαμβάνει σήμερα. 

«Πολέμησα, αλλά έχω παράπονο που δε με θυμούνται. Έχω παράπονο από την Πολιτεία. Έκαναν και αυτοί τα σφάλματά τους στον πόλεμο. Σκότωσαν τα πυροβόλα τα δικά μας, εμάς τους ίδιους», είπε και συνέχισε:

«Έχω και αυτό το παράπονο, που ενώ δούλευα στη δημαρχεία με απέλυσαν με μειωμένη σύνταξη, διότι έλεγαν ότι είμαι χουντικός. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Τι ήμουν εγώ; Ένας αγράμματος ήμουν, άνθρωπος σκέτος. Τι χουντικός και κολοκύθια. Δε με πειράζει. Εμένα η ψυχή μου ανήκει αλλού, θα φύγω, θα φύγω με παράπονο».

Follow us:

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Back to Top