Δύο σπουδαία βιβλία για τη Μικρασιατική Καταστροφή

Συμπληρώνονται 100 χρόνια από την τρομερή γενοκτονία

Το 1922 ήταν μια χρονιά μεγάλης καταστροφής.Τα τραγικά εκείνα γεγονότα καθόρισαν όλον τον εικοστό αιώνα.Ο Ελληνισμός ξεριζώνεται και σκορπίζει κυνηγημένος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα....Σφαγιάζεται...

3 αποκαλυπτικά βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν

Έναν αιώνα αργότερα τα γεγονότα συνεχίζουν να επηρεάζουν και να προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις.Σημαντικά έργα μας θυμίζουν τον ξεριζωμό ,τον πόνο και την εγκατάλειψη που είναι πιο επίκαιρα από ποτέ.

«Ματωμένα Χώματα» (συλλεκτική έκδοση) της Διδώς Σωτηρίου

Πρόκειται για ένα αριστούργημα ,με πλούσιο εκφραστικά πεζό λόγο και εναλλαγές λυρικού , τραγικού και επικού ύφους. Έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και ακολουθεί τα συγκλονιστικά γεγονότα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης από την εποχή της εμφάνισης του τουρκικού εθνικισμού  έως και τη Μικρασιατική καταστροφή.Η συγγραφέας καταφέρνει να πείσει για το ανθρώπινο δράμα και των δύο λαών με ρεαλισμό χωρίς φανατισμούς και προκαταλήψεις.
Κεντρικός ήρωας του έργου και αφηγητής σε πρώτο πρόσωπο είναι ο Μανόλης Αξιώτης, Ρωμιός της Μικράς Ασίας καταγόμενος από το Κιρκιντζέ. Αρχικά συμβιώνει με τους Τούρκους και αργότερα αφυπνίζεται μπροστά στην τραγική πραγματικότητα της σύγκρουσης.

Η Διδώ Σωτηρίου στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου αναφέρει:«Στις μνήμες των ζωντανών έσκυψα. Ακούμπησα μ' αγάπη και πόνο τ' αυτί στις καρδιές τους, εκεί που κρατούν τις θύμησες, όπως στο κονοστάσι τα βάγια και τα στέφανα. Κάτω απ' το Μανώλη Αξιώτη , τον κεντρικό αφηγητή του βιβλίου, υπάρχει ο Μικρασιάτης αγρότης ,που έζησε τ' Αμελέ Ταμπούρια του '14-΄18 , που φόρεσε αργότερα τη στολή του Έλληνα φαντάρου, που είδε την καταστροφή , έζησε την αιχμαλωσία και που πρόσφυγας έφαγε πικρό ψωμί, σαράντα χρόνια λιμενεργάτης συνδικαλιστής ,μαχητής της Εθνικής μας Αντίστασης.
Ήρθε και με βρήκε και μου έδωσε ένα τεφτέρι με τις αναμνήσεις του. Συνταξιούχος , κάθισε με υπομονή και κοπίασε να γράψει με τα λίγα γραμματάκια του τα όσα είδαν τα μάτια του εξήντα τόσα χρόνια».

Το μνημειώδες έργο  χαρακτηρίστηκε ως η «Βίβλος της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιατικου Ελληνισμού και από το 1962 που πρωτοεκδόθηκε μέχρι σήμερα έχει  ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 400.000 αντίτυπα.
Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, βουλγαρικά, εσθονικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, ουγγρικά, ρώσικα, ρουμανικά, σερβικά, ισπανικά, ιταλικά, τουρκικά και κέλτικα βρετονικά.
Στην Τουρκία είχε συγκλονιστική απήχηση, εκδόθηκε το 1970 όπου αρχικά απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του και αργότερα το 1983 τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί της Επιτροπής Ελληνοτουρικής Φιλίας.

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

«Πόλεμοι και ξανά πόλεμοι! Τι στο καλό θα βγάλει η μαγκούφα η εποχή μας και κοιλοπονάει τόσο άγρια;»

Μπήκε το κακό με τους Βαλκανικούς Πολέμους και άργησε να βγει. Χρόνια σπαρμένα με θυσίες, πολέμους και νεκρούς. Η Μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή.
Η ιστορία του Μανώλη Αξιώτη, Μικρασιάτη αγρότη από τον Κιρκιντζέ. Άνθρωπος του μόχθου, δεμένος με τον τόπο του, το πατρικό του σπίτι, τους χωριανούς του. Ο άντρας που πάλεψε με κορμί και με ψυχή. Στο Αμελέ Ταμπουρού, τα Τάγματα Εργασίας της Άγκυρας, το 1915.
Στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ το 1922. Μια λεύτερη πατρίδα ονειρευόταν καθώς έσφιγγε τα δόντια και έλεγε: «Ώρα μάχης, Αξιώτη, ώρα θυσίας. Δεν έχεις ελόγου σου κανένα πάρε δώσε με την πολιτική. Το χρέος σου κάνεις».
Γνώρισε κακουχίες και στερήσεις, είδε βασανιστήρια και θανάτους, έζησε την αιχμαλωσία και την προσφυγιά, για να συλλογιστεί:
«Θηρίο είν' ο άνθρωπος!»

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

«Με το διωγμό στην ψυχή- Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σε τρεις γενιές» από τη Λίμπυ Τατά Αρσέλ

Το σημαντικό αυτό βιβλίο εκδόθηκε το 2014 και αποτελεί μία σπάνια ψυχολογική και κοινωνική ανάλυση του προσφυγικού τραύματος.Η Ελληνίδα ψυχολόγος Λίμπυ (Ελευθερία) Τατά Αρσέλ, κόρη πρόσφυγα από το Τσανταρλί Περγάμου, γεννημένη στη Μυτιλήνη και εγκατεστημένη στη Δανία εξετάζει το  διαγενεαλογικό συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και πώς αυτό το τραύμα επηρεάζει μέχρι και σήμερα τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων προσφυγική καταγωγής και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας. Έχοντας ως βάση το τραγικό παρελθόν της δικής της οικογένειας και με άξονα δέκα μαρτυρίες από τρεις γενιές αναδεικνύει τους μηχανισμούς επιβίωσης που χρησιμοποίησαν οι Μικρασιάτες στην Ελλάδα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα τραύματα της προσφυγιάς.

Πρόκειται για μια  ιστορική αφήγηση, μια ψυχολογική και κοινωνική ανάλυση.Με εφαλτήριο την προσωπική της ιστορία, η συγγραφέας απαντά σε κρίσιμα ερωτήματα: Μεταβιβάζεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, το ψυχολογικό τραύμα της προσφυγιάς από τη μια γενιά στην άλλη; Ποιον ψυχολογικό σκοπό επιτελεί το ταξίδι επιστροφής χιλιάδων προσφύγων και των απογόνων τους στη μικρασιατική γη; Τι είδους επίδραση έχει η εμπειρία του διωγμού στην τρίτη γενιά την εποχή της παγκοσμιοποίησης; Το βιβλίο απέσπασε το 3ο βραβείο Εστίας Νέας Σμύρνης( για βιβλία μικρασιατικού περιεχομένου που εκδόθηκαν το 2013,2014 και 2015.

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

Η Τασίτσα, που ξέρει τουρκικά, δεν ακούει. Άξαφνα βγαίνει από τον κόσµο της και στρέφεται σε εµάς, στα κορίτσια της, που την κοιτά-µε σιωπηλά και παρακολουθούµε κλεφτά, µε συγκίνηση και ανησυχία, κάθε της αντίδραση· έχει καρδιά, και φοβόµαστε µήπως την επηρεάσουν άσχηµα οι δυνατές συγκινήσεις.
Πρώτα µε διστακτική, αχνή φωνή, και έπειτα µε µεγαλύτερη σιγουριά, λέει: «Ναι, αυτό είναι. Αυτή είναι η αυλή µας. Αυτό ήταν το πηγάδι µας. Το σπίτι έχει αλλάξει, ήταν γυρισµένο αλλιώς. Αλλά, ναι, αυτή είναι η αυλή µας. Από εδώ, από αυτό το πηγάδι έβγαζα νερό και φοβόταν συνέχεια η µητέρα µας µην πέσουµε µέσα. Εκεί ήταν οι αποθήκες που είχαµε τα λάδια, τις ελιές, τα στάρια και τα τυριά. Εδώ πίσω ήταν το χωράφι µε τα καπνά του θείου µου, Κυριάκου, και από εκεί, πιο πέρα, το αµπέλι της γιαγιάς µου, Παναγιώτας. Έστριβες ένα στενό και βρισκόσουν στο αµπέλι. Ναι, εδώ ήταν το σπίτι µας».Η συγκίνησή της είναι τόσο βαθιά, τη γεµίζει τόσο που κοντεύει να ξεχειλίσει, της δένει τη φωνή. Φυλακίζει µε κόπο τα συγκρουόµενα συναισθήµατα που την κυριαρχούν, από φόβο µήπως ξεσπάσουν ασυ γκράτητα: γλυκιά νοσταλγία για το τότε, καηµός γι’ αυτό που δεν υπάρχει πια, χαρά που ξαναβρήκε µια από τις ρίζες της, θλίψη για όλα τα πρόσωπα που λείπουν, θυµό γι’ αυτούς που σκότωσαν τον πατέρα της
και πήραν τα υπάρχοντά τους, ευγνωµοσύνη που βρήκε την παλιά της εστία. Αλλά νιώθει και το αίσθηµα της στέρησης, γιατί η ξεθωριασµένη θύµηση για το σπίτι της επανήλθε απότοµα, ζευγαρωµένη µε τον πόνο που ξυπνά όταν κάτι που αισθανόµαστε πολύ δικό µας ζωντανεύει στον µέσα µας κόσµο για να το χάσουµε την επόµενη στιγµή στον έξω κόσµο – της πραγµατικότητας.
Είναι ο πόνος για την απόσταση που µας χωρίζει από κάτι που µας είναι πολύ οικείο, αλλά που συνάµα δεν µας ανήκει πια. Όπως όταν συναντάµε έναν παλιό αγαπηµένο που δεν ξεχάσα- µε ποτέ, αλλά που κι αυτός κι εµείς είµαστε δεµένοι µε άλλους πια.Η συγκίνηση της Τασίτσας παραλύει κάθε της κίνηση που δεν είναι απαραίτητη. Αυτή που πάντα στάθηκε όρθια σ’ όλες τις περιστάσεις φαίνεται σαν να παραπαίει. Εµείς, οι κόρες της, µικραίνουµε την απόσταση τώρα, την περιτριγυρίζουµε σαν δίχτυ ασφαλείας, από φόβο µήπως πέσει στο κενό µετά από τόσο απότοµο ανέβασµα, και αρχίζουµε να της µιλάµε. Τα λόγια µας είναι χέρια που τη συγκρατούν και τη στηρίζουν. Την επαναφέρουν στο τώρα, στην πρώην ελληνική γειτονιά του.

Τσανταρλί της Περγάµου, του χωριού όπου γεννήθηκε το 1910 και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει µαζί µε τη µητέρα της και τα τέσσερα µικρά της αδελφάκια, µε τον δεύτερο διωγµό, το 1922. Ο πατέρας της έµεινε πίσω και σκοτώθηκε από τους Τούρκους. Είναι σαν να της λέµε: «Μητέρα, είµαστε τώρα εδώ, µαζί σου. Έχασες πολλά, αλλά κέρδισες άλλα τόσα».Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

 

Διαβάστε όλα τα lifestyle νεα, για Celebrities και Media.
Follow us:

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Back to Top