Νέα κόντρα στα ενδότερα της Δικαιοσύνης προκαλεί η απόφαση της προέδρου του Αρείου Πάγου να συγκαλέσει για την ερχόμενη Πέμπτη την Διοικητική Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου, προκειμένου να αποφανθεί για την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης των δικαστών από τα 67 χρόνια στα 70.

Οι σφοδρές αντιδράσεις των περισσότερων δικαστικών ενώσεων, αλλά και επιστημονικών φορέων (π.χ ΔΣΑ) προκάλεσε την αντεπίθεση της  προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου, η οποία τους καταλογίζει προσπάθεια επηρεασμού της γνώμης των μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου. Οι ενώσεις και ο ΔΣΑ θεωρούν πως μια νομοθετική παρέμβαση είναι ανεπίτρεπτη νομικά καθώς αυτά κατοχυρώνονται και προβλέπονται από το Σύνταγμα. Χαρακτηριστικά, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων προσκομίζει γνωμοδότηση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιάννη Δρόσου (είχε εκπροσωπήσει το δημόσιο στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών στο ΣτΕ), ο οποίος αναφέρει:   

«….Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 88 παρ. 5 του Συντάγματος απαντά ρητώς: ”Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντιεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντιστοίχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.” Η διάταξη είναι σαφής και in claris non fit interpretatio, αναφέρεται δε σε θέμα που διέπεται, και δεν μπορεί παρά να διέπεται, αποκλειστικά από το ελληνικό Σύνταγμα. Ως θέμα συνταγματικής αναθεώρησης ασφαλώς μπορεί να τεθεί από όποιον νομίζει ότι πρέπει να το θέσει, έξω όμως από τα πλαίσια αυτά η συζήτηση δεν μπορεί να έχει πρακτική σημασία»

 

Η απάντηση της κ. Θάνου

 

Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου αναφέρει:  

                «Οι ανακοινώσεις ορισμένων μελών επιστημονικών και συνδικαλιστικών φορέων, σχετικά με τη σύγκληση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, της 26-1-2017 είναι αδικαιολόγητες και δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά, και τούτο διότι με το περιεχόμενο των ανακοινώσεών τους προσπαθούν να στοχοποιήσουν προσωπικά την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, παρότι γνωρίζουν πολύ καλά ότι:

1)            Το αίτημα αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης των Δικαστών δεν είναι αίτημα προσωπικό, αλλά αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ανώτατων και Ανώτερων Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι κατ΄ επανάληψη είχαν απευθυνθεί και εξακολουθούν να απευθύνονται και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ζητώντας να στηρίξει το δίκαιο και νόμιμο αίτημά τους.

2)            Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου διαθέτει απόλυτα νόμιμο δικαίωμα (άρθ. 14 παρ. 2 και 4 ΚΟΔΚΔΛ – Ν. 1756/1988) να συγκαλεί την Ολομέλεια, για να γνωμοδοτήσει επί νομικών ζητημάτων, δικαίωμα το οποίο και κατά το παρελθόν συχνά έχει ασκήσει ο εκάστοτε Πρόεδρος. Τα μέλη της Ολομέλειας είναι εκείνα, τα οποία θα αποφασίσουν για την νομική ορθότητα, τη βασιμότητα και τη συνταγματικότητα ή μη των τεθέντων ερωτημάτων.

                Ας αφήσουν λοιπόν ανεπηρέαστους τους Δικαστές του Αρείου Πάγου,  οι οποίοι  δεν  έχουν  ανάγκη ούτε υποδείξεων ούτε παραινέσεων, για να εκφράσουν την επιστημονική τους άποψη.

                Οι ανακοινώσεις των ως άνω φορέων λίγες μόλις ημέρες πριν τη συνεδρίαση της Ολομέλειας και χωρίς να αναμένουν για να ακουσθεί και η αντίθετη προς τη δική τους νομική άποψη, μπορούν δικαιολογημένα να θεωρηθεί ότι συνιστούν ανεπίτρεπτη προσπάθεια επηρεασμού και παρεμπόδισης της ελεύθερης έκφρασης γνώμης των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποτελούν σαφή παρέμβαση, για την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου».

 

Tags: