Ευκαιρίες αλλά και κινδύνους  προκαλεί στον αμυντικό  τομέα  η ενδυνάμωση της συνεργασίας της Ελλάδας με τις ΗΠΑ στην περιοχή, όπως προκύπτει τουλάχιστον από τη συνάντηση του προέδρου της υπερδύναμης Ντόναλντ Τραμπ, με τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Ο συνδυασμός άλλωστε των συνεπειών της κρίσης στα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας με το απρόβλεπτο των κατά καιρούς επιλογών της πολιτικής ηγεσίας της Τουρκίας, εκτιμάται ότι είναι παράγοντας διαρκούς επαγρύπνησης.  

     

Ο Ζαχαρίας Β. Μίχας, Διευθυντής Μελετών του  Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ/ISDA) μιλώντας στο star.gr υπενθυμίζει την κατάσταση που επικρατούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πριν το επεισόδιο στα Ίμια. Τότε «είχε προηγηθεί μακρά περίοδος εξοπλιστικής “ανομβρίας”, με αποτέλεσμα να πληγεί η αποτρεπτική αξιοπιστία της Ελλάδας, ανοίγοντας την όρεξη για αξιοποίηση της κατάστασης από την Τανσού Τσιλέρ, είτε το έκανε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους είτε στο πλαίσιο των παγίων τουρκικών διεκδικήσεων είτε για έναν συνδυασμό αυτών των ερμηνευτικών επιλογών.  Πλέον βρισκόμαστε σε παρόμοιο σημείο» τονίζει.               

Όπως προσθέτει όμως, όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η παρουσία του Ερντογάν στην ηγεσία της γειτονικής χώρας,  λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο υπέρ της χώρας μας. «Ας ελπίσουμε ότι η σημαντικά διαφοροποιημένη γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής αντισταθμίζει σε έναν τουλάχιστον βαθμό την ελληνική αδυναμία και θα οδηγήσει σε αποφυγή περιπετειών. Υπ’ αυτή την έννοια, η Ελλάδα ίσως θα πρέπει να ξυπνά και να κοιμάται (προσ)ευχόμενη να έχει ο Αλλάχ καλά τον Ερντογάν που έχει καταφέρει να εξοργίσει όλο τον κόσμο» τονίζει ο κ. Μίχας!

Όσον αφορά τα αποτελέσματα της ίδιας της συνάντησης Τσίπρα- Τραμπ,  ο Διευθυντής Μελετών του  Ινστιτούτοy Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας, δηλώνει:

«Τα αποτελέσματα της επίσκεψης Τσίπρα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να φανούν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και εξαρτώνται από την προετοιμασία που έχει γίνει, αφού οι συναντήσεις αυτές συνήθως χρησιμοποιούνται για να «σφραγίσουν» συμφωνίες στις οποίες έχουν ήδη καταλήξει οι δυο πλευρές στο προπαρασκευαστικό στάδιο. Σε γενικές γραμμές το επίπεδο των διμερών σχέσεων είναι επί του παρόντος ικανοποιητικό και αν μη τι άλλο λείπουν ανούσιες διενέξεις του παρελθόντος, οι οποίες είχαν μάλλον επικοινωνιακές και όχι ουσιαστικές στοχεύσεις».

Ο κ. Μίχας προειδοποιεί όμως ότι «τα ελληνικά συμφέροντα ενδέχεται να  πληγούν λόγω της γνωστής τουρκικής απειλής, αφού η Τουρκία θα επιχειρήσει να απαξιώσει στην πράξη την αναβάθμιση της Ελλάδας επιχειρώντας να την υποδείξουν ως «ανεπαρκή» σύμμαχο και τα αμερικανικά διότι θα προκαλέσουν «αντίμετρα» από τον θιγόμενο, σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που πιθανώς προβλέπει ο αμερικανικός σχεδιασμός».

Επισημαίνει  ο ίδιος σχετικά με τα νέα δεδομένα που διαφαίνονται στη συνεργασία Ελλάδας-ΗΠΑ, σχετικά με την περίπτωση της Σούδας: «Η γεωστρατηγική της αξία είναι μεγάλη αναμφισβήτητα, ωστόσο, η ελληνική πλευρά καλώς θα έπραττε να μην τρέφει υπερβολικές και ανεδαφικές προσδοκίες μόνο και μόνο λόγω της παροχής της βάσης». Όπως διευκρινίζει,   «ανταλλάγματα μπορούν να εξασφαλιστούν σε πολλά επίπεδα και εξαρτώνται επιπρόσθετα από τη βούληση του ενδιαφερομένου να αναλάβει συγκεκριμένο ρόλο, όχι σε θεωρητικό αλλά σε πρακτικό επίπεδο, να δηλώσει τη διαθεσιμότητά του και να ζητήσει αυτά που θα του χρειάζονταν για να φέρει επιτυχώς σε πέρας την αποστολή του, ενώ τα οπλικά συστήματα που θα κατορθώσει να αποσπάσει, θα ενισχύουν παράλληλα και την αποτρεπτική του αξιοπιστία έναντι του «εθνικού» αντιπάλου».

Τέλος, για  την διαμάχη που έχει ξεσπάσει σχετικά με την σκοπιμότητα της αναβάθμισης των F 16 σε σχέση με το κόστος  της, ο κ. Μίχας δηλώνει: «Τα μαχητικά αεροσκάφη F-16 που αποτελούν περίπου το 50-60% του ελληνικού στόλου, εάν δεν υποστούν αναβάθμιση θα επιταχυνθεί η αντίστροφη μέτρηση για την απαξίωσή τους. Το δε κόστος που θα συνεπάγεται στη συνέχεια για την ελληνική πλευρά, πέραν του ότι θα καταβληθεί σε πολλαπλά επίπεδα, όχι μόνο το οικονομικό, θα κάνει το ποσό που τελικά θα απαιτηθεί για την αναβάθμιση να ωχριά, να μοιάζει αμελητέο. Οι σοβαρές χώρες δεν αντιμετωπίζουν τις δαπάνες με αμιγώς “λογιστικό”  τρόπο».

Του Αλέξη Διακόπουλου 

adiakopoulos@star.gr  

Tags: