“Iceman”: Η αληθινή ιστορία του δολοφόνου με τη διπλή ζωή που έγινε ταινία

Σκότωσε πάνω από 200 ανθρώπους και δεν μετάνιωσε για κανέναν φόνο

Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι

Σαν σήμερα, στις 5 Μαρτίου του 2006 «έφυγε» από τη ζωή μέσα στη φυλακή ένας από τους πιο στυγνούς δολοφόνους της σύγχρονης εποχής, ο Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι. Έγινε γνωστός ως “Iceman”, χαρακτηρισμός που απέκτησε από τη συνήθεια του να καταψύχει τα θύματα του, ώστε να μην μπορεί να προσδιοριστεί η ώρα θανάτου τους.

Η ζωή του αποτέλεσε έμπνευσή για την γνωστή ταινία “The Iceman”, ενώ το HBO δημιούργησε ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων, στο οποίο ο ίδιος εξομολογείται και αφηγείται τη ζωή του.

Ο Κουκλίνσκι σκότωνε χωρίς ενοχές με όποιο τρόπο μπορεί κανείς να φανταστεί, τόσο «αφιλοκερδώς» όσο και επαγγελματικά. Οι δολοφονίες αποτελούσαν «χόμπι» και δουλειά ταυτόχρονα.

Τα παιδικά χρόνια και το μίσος προς τον πατέρα του

Ο Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι γεννήθηκε στις 11 Απριλίου του 1935, στο Νιου Τζέρσει των Η.Π.Α., σε ένα άσχημο οικογενειακό περιβάλλον, γεγονός που οφείλεται στο ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του, Τζόι έγιναν δολοφόνοι. Ο Τζόι βίασε και σκότωσε ένα 12χρονο κορίτσι και πέθανε και αυτός στην φυλακή.

Ο Ρίτσαρντ μισούσε τον πατέρα του, που ήταν αλκοολικός και καθημερινά ξεσπούσε στα παιδιά και τη γυναίκα του. Όπως δήλωσε ο ίδιος στη σειρά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή του, χάρηκε όταν άκουσε ότι πέθανε και δεν πήγε καν στην κηδεία του. «Δεν τον συμπαθούσα στη ζωή, γιατί να τον συμπαθήσω στο θάνατο;» είπε όταν τον ρώτησαν.

«Μισούσα τον πατέρα μου. Αν μπορούσα, το πιθανότερο είναι πως θα τον είχα σκοτώσει και αυτόν. Και πιθανόν θα είχα νιώσει και εξαιρετικά. Με χτυπούσε και μόνο... αν τον κοιτούσα», είχε δηλώσει στο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του.

Όσον αφορά τη μητέρα του τη χαρακτήρισε ως «καρκίνο», καθώς συνήθιζε να τον χτυπάει με ένα σκουπόξυλο, μέχρι που το σκουπόξυλο να σπάσει, οπότε έπαιρνε άλλο και συνέχιζε το έργο της. Χρησιμοποιούσε πλήθος οικιακών σκευών για να τα χτυπά... και να τα βάζει στον ίσιο δρόμο, κάθε φορά που έκρινε ότι παρέκκλιναν της πορείας τους.

Ήταν άκρως θρησκευόμενη, γνωστή για τις σκληρές μεθόδους στις οποίες κατέφευγε για να  πειθαρχήσει τα παιδιά της. Πίστευε ότι ήταν υποχρεωμένα να μεγαλώνουν σύμφωνα με τη δική της πίστη και τα είχε κάνει όλα παπαδοπαίδια.

«Με τα χρόνια την αντιπάθησα πάρα πολύ, αλλά τώρα που έχω χρόνο να το σκεφτώ, καταλαβαίνω ότι ήταν θύμα της δικής της ζωής. Ως παιδί, τη μισούσα. Tη σιχαινόμουν. Με χτυπούσε παντού, με ό,τι έβρισκε, συνήθως μια σκούπα, όταν πίστευε πως κάνω κάτι κακό», είχε χαρακτηριστικά αναφέρει για τη μητέρα του. 

Οι δολοφονίες ζώων ως παιδί και η πρώτη δολοφονία ανθρώπου στα 18

Πριν ακόμα γίνει 10 ετών άρχισε να σκοτώνει γάτες και σκύλους. «Είχα δέσει δυο γάτες από τις ουρές τους και τις έβλεπα να ξεσκίζουν η μια την άλλη. Δεν έμεινα να δω αν πέθαναν και οι δύο. Αλλά μάλλον αυτό έγινε, γιατί η μια είχε κάνει κομμάτια την άλλη». Τα σκυλιά τα πετούσε από τις ταράτσες, τα έδενε στο πίσω μέρος των λεωφορείων. 

«Δεν νομίζω να ένιωθα κάτι. Ίσως λίγο ενθουσιασμό. Μετά ένιωθα αηδία, γιατί δεν είχα κάνει κάτι. Δεν ανταποκρίθηκα σε κάποια πρόκληση. Σκότωνα αθώες ψυχές που δεν μπορούσαν να τα βάλουν μαζί μου. Το έκανα γιατί βαριόμουν. Δεν είχα κάτι άλλο να κάνω», δήλωσε με κυνικότητα.

Σε ηλικία 18 ετών, ο Κουκλίνσκι σκότωσε για πρώτη φορά. Θύμα του ήταν ένας άνδρας με τον οποίο διαφώνησε σε ένα μπαρ και τον χτύπησε με τη στέκα του μπιλιάρδου. Συνέχισε να τον χτυπάει, μέχρι που παρατήρησε ότι ο άντρας ήταν νεκρός.

Όπως δήλωσε στο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, αρχικά ταράχτηκε, αλλά μετά επικράτησε ο ενθουσιασμός, καθώς «ένιωθε σαν Θεός», ενώ τόνισε πως ο πριν ακόμα προσληφθεί ως εκτελεστής από τη μαφία, είχε σκοτώσει σχεδόν 100 άτομα.

Όποιος τον θύμωνε, ήταν νεκρός. Αν δεν έβρισκε την ευκαιρία να τον σκοτώσει εκείνη την ώρα που κάποιος τον νευρίαζε, θα τον παρακολουθούσε για μέρες, μέχρι να βρει την κατάλληλη στιγμή.

Μια φορά, περίμενε μέχρι το θύμα να μπει στο αυτοκίνητό του και του έβαλε φωτιά. Σε μια άλλη περίπτωση, εκνευρίστηκε με μια ομάδα νεαρών που έκαναν κόντρες στο φανάρι, τους ακολούθησε και όταν κατέβηκαν από το αμάξι, πυροβόλησε και τους σκότωσε όλους, ενώ μια τρίτη φορά, σκότωσε έναν με τόξο, γιατί ήθελε να δει πώς λειτουργεί.

Έβλεπε τους φόνους στις ειδήσεις την επόμενη μέρα, ενώ ετοίμαζε τα παιδιά του για το σχολείο.

Ο δολοφόνος με τη διπλή ζωή

Ο “Iceman” στην οικογενειακή του ζωή, ήταν ένας στοργικός, αφοσιωμένος πατέρας και σύζυγος. Ήταν ένας σκληρά εργαζόμενος άνδρας που πρόσφερε στην οικογένεια του ό,τι είχε αγάπη. Ένας συναισθηματικός πατέρας που απολάμβανε το χρόνο που περνούσε με την οικογένεια του

Γνώρισε τη γυναίκα του, Μπάρμπαρα, το 1960 και δεν κοίταξε ποτέ άλλη γυναίκα. Παρόλο που έφευγε απ’ το σπίτι μες στα άγρια χαράματα, πήγαινε να σκοτώσει κι όχι να απατήσει τη γυναίκα του.

Λάτρευε τα τρία παιδιά του, φρόντιζε να περνάει όλο τον ελεύθερο χρόνο του μαζί τους, με βασικό μέλημά του την ασφάλειά τους. Όταν ο κολλητός του φίλος, σε ένα καυγά τους απείλησε την οικογένειά του, ο Κουκλίνσκι τον σκότωσε πριν προλάβει να πει δεύτερη κουβέντα.

Η γυναίκα του δεν ρώτησε ποτέ πού πήγαινε ο Κουκλίνσκι, όταν έλειπε, παρόλο που γνώριζε ότι ο άντρας της πάθαινε εκρήξεις θυμού και είχε βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπη με την οργή του.

Μάλιστα, μια μέρα της έδωσε ένα μαχαίρι και της είπε να τελειώνει μαζί του μια και καλή, της γύρισε την πλάτη και περίμενε να του επιτεθεί. Η Μπάρμπαρα άφησε το μαχαίρι να πέσει κάτω και δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά στην κουβέντα τους.

Πώς ενεπλάκησε με τη μαφία

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο Κουκλίνσκι ήταν ένας μικροαπατεώνας που συνεργαζόταν με τη μαφιόζικη οικογένεια Γκαμπίνο, όταν τον προσέγγισε ο «στρατιώτης» της οικογένειας, Ρέι Ντεμέο, και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να σκοτώσει όποιον του έλεγαν, χωρίς ερωτήσεις και χωρίς φασαρία.

Ο Κουκλίνσκι απάντησε καταφατικά και του ανατέθηκε η πρώτη «αποστολή»: ο Ντεμέο τον οδήγησε σε μια γειτονιά και του έδειξε τον πρώτο άντρα που βρήκε μπροστά.

Ο στόχος δεν είχε επαφή με τη μαφία, ήταν ένας άντρας που έτυχε να κάνει βόλτα το σκύλο του. Ο Κουκλίνσκι βγήκε από το αυτοκίνητο και ατάραχος, τον πυροβόλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς περνούσε δίπλα του.

Από εκείνη τη στιγμή και για τα επόμενα 30 χρόνια, ο Κουκλίνσκι δούλευε ως εκτελεστής της μαφίας, σκοτώνοντας με πιστόλι, με μαχαίρι, με δηλητήριο, ακόμα και με τα γυμνά του χέρια.

Μάλιστα, ορισμένες φορές δεν σκότωνε αμέσως τα θύματά του, αλλά τα έδενε, τα κρεμούσε απ’ το ταβάνι και άφηνε τους αρουραίους να τα φάνε, όσο βιντεοσκοπούσε όλη τη διαδικασία και έστελνε το βίντεο στους πελάτες του, ως απόδειξη ότι τα θύματα βασανίστηκαν πριν πεθάνουν.

Τα λάθη και η σύλληψη

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Κουκλίνσκι δεν ήταν πια ένας απλός εκτελεστής, αλλά διατηρούσε και τη δική του εγκληματική επιχείρηση. Όμως μετά από μια σειρά απροσεξιών, τράβηξε την προσοχή της αστυνομίας και συντέλεσε στην οριστική σύλληψή του, το 1986.

Το πρώτο λάθος έγινε το 1982, όταν ανακαλύφθηκε το πτώμα του συνεργάτη του, Γκάρι Σμιθ, τον οποίο δηλητηρίασε έτσι ώστε να φανεί ότι πέθανε από φυσικά αίτια. Όμως το δηλητήριο άργησε να δράσει και ο Κουκλίνσκι αποφάσισε να επιταχύνει τη διαδικασία και τον στραγγάλισε. Αν είχε δείξει λίγη υπομονή, η αστυνομία δεν θα είχε λόγο να θεωρήσει το θάνατό του Σμιθ ανθρωποκτονία.

Το Σεπτέμβριο του 1983, άλλος ένας συνεργάτης του, ο Λουίς Μαρτζ, βρέθηκε νεκρός, ενώ στην πραγματικότητα είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν, αλλά ο Κουκλίνσκι διατηρούσε το πτώμα του παγωμένο. Όμως το πτώμα εντοπίστηκε πολύ πιο σύντομα απ’ ότι υπολόγιζε ο Κουκλίνσκι και δεν είχε προλάβει να λιώσει τελείως ο πάγος. Όταν το εξέτασε ο ιατροδικαστής, παραξενεύτηκε που τα όργανα ήταν παγωμένα, ενώ έξω ήταν μια ζεστή μέρα του Σεπτεμβρίου.

Ο Κουκλίνσκι ήταν ύποπτος για πέντε φόνους, επειδή ήταν όλοι συνεργάτες του και ήταν ο τελευταίος που τους είδε ζωντανούς. Οργανώθηκε ειδική ομάδα που ασχολήθηκε μόνο με τη σύλληψη του. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1987, o πράκτορας Ντόμινικ Πόλιφροουν προσποιήθηκε το μαφιόζο και συναντήθηκε με τον Κουκλίνσκι, για να τον προσλάβει για μία δουλειά και έτσι κατάφερε να τον παγιδεύσει.

Ο “Iceman” καταδικάστηκε σε ισόβια και πέθανε στη φυλακή. Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν μετάνιωσε και δε ζήτησε συγχώρεση για τίποτα, παρά μόνο η οικογένειά του.

Ο ψυχίατρος που τον εξέτασε είχε καταλήξει ότι δεν ήταν διπολικός. Αυτό που συνέβη ήταν ότι ο τρόπος που μεγάλωσε, η βίαιη συμπεριφορά του πατέρα του που είχε ως βασική προϋπόθεση την έλλειψη συνείδησης και αγάπης.
 

Follow us:

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Back to Top