Με μια διαδρομή δεκαετιών που εκτείνεται από τις μεγάλες παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου και την ορχήστρα της Επιδαύρου μέχρι τις πιο ατμοσφαιρικές, εσωτερικές σκηνές της Αθήνας, ο Φαίδων Καστρής ξεχωρίζει για την ικανότητά του να καταδύεται στα έγκατα των ρόλων του και να μετατρέπει την υποκριτική σε μια βιωματική, σχεδόν ιερατική πράξη.
Στη χειμαρρώδη συνέντευξή του στο Star.gr, με αφορμή την επιστροφή της παράστασης «Πέρσες» στο Θέατρο Φούρνος -μιας κατά μόνας κατάθεσης ψυχής όπου η αισχύλεια τραγωδία μεταμορφώνεται σε επιμνημόσυνη δέηση- ο καταξιωμένος ηθοποιός προβαίνει σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Μιλώντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια και ποιητική ορμή, αναλογίζεται τη μακρά διαδρομή του, τους μεγάλους δασκάλους που τον καθόρισαν, αλλά και τη βαθιά ευθύνη του ηθοποιού απέναντι στο αρχαίο δράμα. Παράλληλα, σχολιάζει τις μεταλλάξεις του σύγχρονου θεατρικού τοπίου, την αλλαγή στη σχέση με το κοινό και την κυριαρχία των social media, αποκαλύπτοντας τελικά τι είναι αυτό που κρατάει την καλλιτεχνική του φλόγα ζωντανή.

Δε σου κρύβω ότι οι «Πέρσες» ήταν μία από τις αγαπημένες μου παραστάσεις την περσινή θεατρική σεζόν. Πώς είναι να επιστρέφεις στον ιδιαίτερο αυτόν ρόλο;
«Οι Πέρσες», η Λειτουργία, Δέηση και Ακολουθία των Παθών των Περσών - η Λειτουργία μου, τη λέω. Εγώ, ένας Μύστης-Ιερέας, ο «άριστος Πέρσης», ο Άλπιστος του Βατανώχου ο γιος, να μιλώ, να θρηνώ, να λαχταρώ για Πέρσες τρανούς που χάθηκαν στη Σαλαμίνα, στα θαλάσσια στενά τα βουερά από τον ρόχθο των κυμάτων.
Μα η αλήθεια είναι πως δεν επιστρέφω, γιατί δεν έφυγα ποτέ! Πάντα μέσα μου με σπαράσσουν οι Πέρσες από το 2006, στην πρώτη μου συνάντηση με το αριστούργημα του Αισχύλου τότε με το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο, σε περιοδεία στην Ελλάδα και σε παραστάσεις στη Νέα Υόρκη. Και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, μόνος απέναντι στο μεγαθήριο αυτό της Ποίησης και του Θεάτρου, πάντα παραδομένος: ψυχή, καρδιά, σώμα, φωνή και πνεύμα - ολόκληρος ένας Πέρσης μόνος και όλοι εγώ...
Μα δε σταμάτησα και την πρόβα μου. Δεν άφησα τους Πέρσες μου μόνους όλο το καλοκαίρι. Τους περπάτησα, τους παρηγόρησα, τους κοίμισα, τους ονειρεύτηκα, τους υποσχέθηκα. Η αγαπημένη μου πρόβα: βγαίνω, περπατάω και παίζω όλη την τραγωδία...
Τώρα θα «λειτουργήσουμε» και πάλι στη σκηνή, στο Θέατρο Φούρνος, στην κρύπτη πλάι στον Δαρείο. Θα αφήσουμε ένα τάμα στον πανάγιο τάφο του ισόθεου για τους Πέρσες βασιλιά, θα ακούσουμε τη θεοτόκο Άτοσσα, τη μεγάλη βασίλισσα, να μας εξομολογηθεί τους φόβους και τις ελπίδες της. Θα συντριβούμε μαζί με τον Άγγελο και θα υψώσουμε τα «αλίμονο» της προδοσίας - θρήνος μαριανδυνός, υποδοχή του Ξέρξη από τα μέσα μας. Η Άτη μας, πάντα τα λάθη μας, εμείς που ανεχόμαστε, εμείς και η ήττα μας, οι ηττημένοι πάντα εμείς.
Είμαι ευτυχισμένος που θα μοιραστώ ακόμη οκτώ Λειτουργίες-παραστάσεις, μετά τις είκοσι της περασμένης σεζόν. Ακόμη οκτώ που θα κοιτάξω τους θεατές, θα τους καλωσορίσω στο «ναό», θα τους κοιτώ στα μάτια και θα τους πω: «Εμάς, εμάς, εμάς, Πέρσες μου, εμάς αποκαλούν πιστούς...».

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες κατά τη μελέτη ενός αρκετά δύσκολου ρόλου, ενός διαφορετικού μονόλογου;
Αρχικά και κύρια ήταν η ανάγνωση της τραγωδίας της ίδιας σε μορφή μονολόγου - εννοώντας, βέβαια, την ερμηνεία της από έναν και μόνο ηθοποιό. Η τραγωδία στην παράστασή μου ερμηνεύεται ατόφια, κατά το γράμμα του ποιητή. Έπλασα αυτόν τον Πέρση Ιερέα-Μύστη, είδα την τραγωδία σαν μια Λειτουργία, σαν τη Μεγάλη Εβδομάδα - μια Λειτουργία, μια επιμνημόσυνη Δέηση, μια Ακολουθία των Παθών των Περσών. Είδα τα επεισόδια των ρόλων σαν Ευαγγέλια: στο άρμα μια θεοτόκος Άτοσσα, ο Άγγελος μάρτυρας σπαρακτικός μιας σταύρωσης του γένους των Περσών, τα επτά μυστήρια, και από τον Άδη ακούγεται το άγιο πνεύμα του Δαρείου - προφητεία, εξόδιος ακολουθία και εξιλέωση του Ξέρξη...
Τα στάσιμα του Χορού, όλα μουσικά, είναι οι λειτουργίες μου, όλες στην άμεση επικοινωνία με τους Πέρσες μου, το σώμα του Χορού των Περσών, που είναι το ίδιο το κοινό.
Το να πιστέψω στις δυνάμεις μου, στον ηθοποιό εαυτό μου, στους συνεργάτες μου, στον κόσμο και στην εποχή, το να τολμήσω, ήταν και είναι μια τεράστια πρόκληση. Είμαι πιστός στο θέατρο, αφόρητα μανικός, αφοσιωμένος, εργατικός· είμαι θεότρελος, λέω, ηθοποιός και ονειροπόλος. Το έκανα, θα το ξανακάνω, το ζω.
Ποιο είναι το κύριο συναίσθημα ή το κίνητρο που καθοδηγεί τον χαρακτήρα επί σκηνής; Ό,τι και να 'ναι, πάντως είναι πολύ δυνατό…
Είναι πολλά τα νήματα που απλώνονται επί σκηνής. Ο ρόλος είναι πολλαπλός: είναι ένας πατέρας που θρηνεί τον γιο του που έπεσε στον πόλεμο, είναι μια επιμνημόσυνη δέηση - όμως οι πεσόντες είναι χιλιάδες. Είναι ο πατέρας, η μητέρα, τα παιδιά, οι σύντροφοι, οι αγαπημένοι που θρηνούν και θυμούνται τους νεκρούς τους, τα παιδιά τους, τους αδελφούς και τους πατέρες τους. Είναι το νήμα της αφήγησης της τραγωδίας.
Παράλληλα με τον Ιερέα, ενσαρκώνω τους ρόλους του ποιητή: η Άτοσσα, η μεγάλη μητέρα των Περσών και η αγωνία της για τον Ξέρξη· ο αγγελιοφόρος, σπαραξικάρδιος μάρτυρας της καταστροφής, που αντηχεί και τον συγκλονίζει ακόμη εκείνο το «Ίτε παίδες Ελλήνων... νυν υπέρ πάντων αγών»· το μεταφυσικό ρίγος στην προφητεία του Δαρείου· η αναγνώριση ενός Ξέρξη που σηκώνεται μέσα στον καθένα από εμάς, που με την ανοχή μας πάντα και ξανά μας οδηγεί στην ήττα και στην καταστροφή...
Το κύριο συναίσθημα είναι, λοιπόν, μια ευθύνη απέναντι στον κόσμο και στον χρόνο, στον πλανήτη, στον άνθρωπο, στον Πέρση και σε εμάς. Εμείς είμαστε οι Πέρσες, εμείς οι ηττημένοι, εμείς δεν γυρνάμε από τον πόλεμο, εμείς χάνουμε τις ζωές μας, εμείς χάνουμε τα παιδιά μας, τα όνειρά μας, τις δουλειές μας - εμείς που ανεχόμαστε, εμείς.

Όπως είναι ξεκάθαρο, το έργο καταπιάνεται με τις έννοιες της αλαζονείας, της ύβρης και της συντριβής. Πώς αποδίδονται αυτές οι έννοιες στη σκηνή, χωρίς να πέφτουν στο «σφάλμα» του διδακτισμού;
Η Άτη, η μεγάλη, η πανίσχυρη θεότητα του αρχαίου κόσμου, μειλίχια περιμένει τον υβριστή να τον σύρει με καλοπιάσματα στα δίχτυα της - μια τύφλωση του νου που θα τον σύρει στο λάθος, στην καταστροφή, στη νέμεση και την τίση, την τιμωρία.
Ο Ποιητής θεολογεί. Η αλαζονεία του Ξέρξη, κυρίαρχου του κόσμου, να θέλει να καταστρέψει, να κατακτήσει τη μακρινή του, μικρή Δημοκρατία της Αθήνας με την τεράστια στρατιά, προσβάλλοντας τον Ποσειδώνα με τη ζεύξη του Ελλήσποντου... Η ύβρις του έφτασε στο να μαστιγώσει την ίδια τη θάλασσα και έσυρε την τιμωρία του: τον πνιγμό χιλιάδων Περσών στη Σαλαμίνα αλλά και στον Στρυμόνα, στο ταξίδι της επιστροφής των λίγων που γύρισαν στα σπίτια τους.
Ο μέγιστος ποιητής των Περσών δεν καταφεύγει σε ψευτοδιδακτισμούς. Υψιπετεί σε μεγάλους ουρανούς, ατενίζει τις θάλασσες, ταξιδεύει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ανατέμνει το ήθος - την ανατομία την πραγματοποιεί επί σκηνής ο ηθοποιός. Με την αλήθεια μου του ανθρώπου που μεγάλωσε, με την εμπειρία μου του ηθοποιού, με δέος και με πάθος, με ενσυναίσθηση των μεγεθών, ξανοίγομαι όσο πάει, διαρρηγνύομαι να μας χωρέσω όσο περισσότερο μπορώ. Αντίδωρο μοιράζομαι, στην τέχνη μου προσεύχομαι και τολμώ - τόσο όσο μπορώ, και λίγο παραπάνω, ακόμη και το παραπάνω που μπορώ!
«Κι ας μη βρεθεί κανείς ξανά να δείξει καταφρόνια στην τύχη που του έλαχε και λαχταρώντας άλλα, να αφήσει να χυθεί μια ευτυχία μεγάλη. Έρχεται εκδικητής ο Ζευς, κριτής βαρύς των πόθων που υπέρμετρα θεριεύουν».
Η κοινωνία, που περνάει πολύ δύσκολα τα τελευταία χρόνια, μπορεί να διδαχθεί κάτι από το «πάθημα» των Περσών ή είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε την ύβρη μας;
Μα είναι τόσο επίκαιρη, δυστυχώς, η τραγωδία των Περσών. Βρυχώνται γύρω μας πάλι οι «τύραννοι» ηγέτες του κόσμου από Ανατολή και Δύση. Η Άτη σήκωσε τα μανίκια, άρχισε να κλώθει τη θηλιά, ήδη νιώθουμε τα συμπτώματα: τον λήθαργο που ταλαιπωρεί τη δόλια δημοκρατία, τις τυραννίες που ανεμίζουν τα λάβαρα της αλαζονείας τους για το ποιος θα 'ναι ο δυνατός, ο ισχυρός. Ο πόλεμος βάζει τις μπότες του, έξω από την πόρτα μας καπνίζει...
Οι αυτοκρατορίες ακμάζουν, παρακμάζουν και πέφτουν με τον ίδιο μοιραίο κρότο. Εμείς ας σταθούμε μια στιγμή σε μια επιμνημόσυνη δέηση. Ας μην ανεχτούμε αυτή τη φορά, ας σταθούμε αλληλέγγυοι - άνθρωπος στον άνθρωπο, ένας κόσμος ειρήνης, ευημερίας, δημοκρατίας, ισότητας και με σεβασμό στη διαφορετικότητα όλων. Να πούμε «όχι» στον Ξέρξη, τον τροφοδότη του Χάροντα σε κορμιά περσικά... Ας ακούσουμε τον Ποιητή.
Πέρσες του Αισχύλου - Είδαμε την παράσταση με τον Φαίδωνα Καστρή
Πώς βιώνεις την αντίδραση του κοινού όταν πέφτει η αυλαία σε μία παράσταση με τόσο βαρύ συναισθηματικό φορτίο; Είσαι κι εσύ ιδιαίτερα συγκινημένος…
Βαθιά συγκινημένος, δεμένος συναισθηματικά με το κοινό. Γίνονται οι «Πέρσες μου» στη διαδρομή της λειτουργίας-παράστασης· κάνουμε μαζί το ταξίδι από τα Σούσα στη Σαλαμίνα και, σωσμένοι, την επιστροφή.
Δένομαι με το κοινό, μοιράζομαι μια μεγάλη στιγμή της ζωής μου, του ανθρώπου μα και του καλλιτέχνη, του ηθοποιού. Αισθάνομαι χαρά όταν τύχει κάποιον να συναντήσω και μου πει «σας είδα στους Πέρσες» - με συγκινεί, γιατί είναι μια κοινή εμπειρία μας αυτή. Δεν είναι για μένα «ακόμη μια παράσταση» - ποτέ δεν είναι έτσι κι αλλιώς, αλλά ακόμη περισσότερο τώρα...
Είναι μια δωρεά που μοιράζομαι με τον θεατή, έχει κάτι προσκυνηματικό. Σαν να εισέρχεσαι στα έγκατα του ανθρώπου: εδώ είναι τα σπλάχνα, εδώ ένα εργαστήριο, να που χτυπά η καρδιά. Από εδώ περνάτε με καθαρή συνείδηση, στον κάδο αφήστε τους φόβους σας. Φως φανάρι κρατάει πάντα η ποίηση, ο ποιητής. Μια φωτογραφία στην έξοδο, ενθύμιο με τον Πέρση - με τον ηθοποιό ήθελα να πω.
Έχεις υπηρετήσει τόσο το σύγχρονο όσο και το κλασικό θέατρο. Τι απαιτεί υποκριτικά το μέγεθος του αρχαίου λόγου σε σύγκριση με ένα σύγχρονο θεατρικό κείμενο;
Θα απαντήσω σαν ένας απλός ηθοποιός - δεν είμαι ένας τραγωδός ούτε ένας σκηνοθέτης-δάσκαλος. Ο Μινωτής, ο Κουν, ο Τερζόπουλος, η Κονιόρδου, η Καραμπέτη και άλλοι θα μπορούσαν να πουν. Έχω κι εγώ κάποια μικρή εμπειρία σαν ηθοποιός, όση μας επιτρέπει πια η εποχή.
Πρόλαβα την τελευταία παράσταση του Μινωτή, μόλις είχα βγει από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου - ήμουν στον Χορό του Οιδίποδα επί Κολωνώ το 1989 στην Επίδαυρο, η πρώτη μου φορά. Αγαπώ πολύ το αρχαίο δράμα, τόσο που οι επιλογές μου ήταν πάντα σχεδόν με τον νου μου σε αυτό. Δεν αφέθηκα στην τηλεόραση από φόβο τότε, μήπως με χαρακτηρίσουν με τρόπο που θα μου κοστίσει την Επίδαυρο... Τότε η τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα δεν ήταν καλό διαβατήριο για την τραγωδία. Αντιγόνη (παγκόσμια περιοδεία), Ίων, Πέρσες, Ορέστης, Τρωάδες, Ιππόλυτος... είχα τις στιγμές μου, τις συναντήσεις μου, έζησα, έμαθα, ταξίδεψα...
«Πρωταθλητισμός» είναι μια τυπική απάντηση: αν ο ηθοποιός είναι αθλητής, στο αρχαίο δράμα πρέπει να κάνει πρωταθλητισμό. Διάνοια, μελέτη σε βάθος, εμπειρία και γνώση της ζωής, της φύσης, του ανθρώπου, καλλιέργεια ψυχής και πνεύματος, σώμα, αναπνοή, φωνή, άσκηση, εγρήγορση... Είμαι ηθοποιός, έτσι ζω, μεγαλώνω, κρατώ καθαρό τον άνθρωπο, την πρώτη ύλη μου, «απεξαρτημένο εαυτού». Εαυτός είναι ο ρόλος σε μετάγγιση πάντα από τη διάνοια, τα ενεργειακά κέντρα και τη συναισθηματική πυξίδα του ηθοποιού.
Προσπαθώ με απλά λόγια να το πω: είμαι όλος παρών! Στον τόπο, στον χρόνο, στη σκηνή, όλος παρών. Ανάβω και γίνομαι διάφανος, αναπνέω τον λόγο, οδηγώ το πάθος - με απλά λόγια λειτουργώ. Ακόμη πιο απλά, κάνω τη δουλειά μου: παίζω.

Φαίδων, τι ήταν αυτό που σε ώθησε στην υποκριτική και ποιες ήταν οι πρώτες επιρροές ή οι δάσκαλοι που σε καθόρισαν; Κοιτάζοντας πίσω, ποιες συνεργασίες ή ρόλοι θεωρείς ότι λειτούργησαν ως σταθμοί για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σου ταυτότητας;
Δεν μπορώ να με θυμηθώ μακριά από το θέατρο και τον ηθοποιό που είμαι. Θυμάμαι την εποχή που δεν ήταν συνειδητό, που δεν τολμούσα να το φανταστώ, να το ονειρευτώ. Θυμάμαι πως έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου - τον Τάσο Λιγνάδη, τη Μαίρη Αρώνη, την Αντιγόνη Βαλάκου και άλλους πολλούς. Θυμάμαι το εργαστήρι ηθοποιών του Βασίλη Διαμαντόπουλου, το εργαστήρι του Γιάννη Ρήγα, την εποχή που με έλεγαν «ηθοποιό του Κακλέα», «ηθοποιό του Θεάτρου Στοά», την αγαπημένη μου Λήδα Πρωτοψάλτη, «ηθοποιό της Κονιόρδου», ηθοποιό πάντα του Εθνικού την εποχή του Κούρκουλου... Τα τελευταία χρόνια, ηθοποιό Καστρή και μόνο.
Οι «Επίδαυροί» μου, η Lisbon Traviata, η Σοφία στην Οικία Κατακουζηνού, το Μαριπιεράκι την Τρίτη στο Σούπερ Μάρκετ, η Τρικυμία μου, το Χώμα στη μπανιέρα και Οι Πέρσες - Η Λειτουργία μου στο Θέατρο Φούρνος τώρα.
Κάθε παιδί φέρει μέσα του έναν ηθοποιό. Κάποια κάνουν το τάμα τους στο θέατρο - έτσι με λέω, ταμένο του θεάτρου. Έγινα ο ηθοποιός που ονειρεύτηκα. Θα μπορούσα ίσως και καλύτερα, αλλά δύσκολη η χώρα για το ποιόν μου, δύσκολος κι εγώ, «ψωροπερήφανος» που λέγανε παλιά. Εγώ με καμαρώνω: έζησα γι' αυτό που αγάπησα, το έκανα με πάθος και αφοσίωση, το έμαθα, το χάρηκα.
Πώς έχει αλλάξει το θεατρικό κοινό μέσα στα χρόνια και τι θεωρείς ότι αναζητάει ο θεατής σήμερα όταν μπαίνει σε μια θεατρική αίθουσα;
Όλοι έχουμε αλλάξει - όχι μόνο το κοινό, το ίδιο το θέατρο έχει αλλάξει. Μετά από σαράντα χρόνια που ενεργητικά ζω και δρω στο θέατρο, τίποτα δεν αναγνωρίζω πια, τίποτα δεν είναι όπως ήταν... Είναι πολλά που θα μπορούσε κανείς για ώρες να μιλάει, να αναλύει και να αντιπαραθέτει επιχειρήματα...
Το 2010, για να κάνω την παράσταση της Lisbon Traviata, ξόδεψα σχεδόν 30.000 ευρώ. Δεν μπορούσες να κάνεις παράσταση χωρίς παραγωγή: υπήρχε το ΙΚΑ, ένσημα τρεις μήνες για τους ηθοποιούς, συν τα της παράστασης. Με το ωριαίο ένσημο έπεσαν τα τείχη. Δεν χρειάζεται καν να είσαι ηθοποιός, δεν χρειάζεσαι θέατρο, δεν χρειάζεσαι δικαιώματα έργου — γράφεις ή ξεπατικώνεις ένα δικό σου. Έτσι, με τη δήθεν ελευθερία και τη δήθεν βοήθεια στην έκφραση των νέων, εξαφάνισαν την επιλογή στο off-θέατρο. Ο θεατής που δεν είναι φίλος ή συγγενής δεν θα δώσει τον οβολό του παρά μόνο στα Ιδρύματα Τέχνης και στα παραρτήματά τους. Δεν μπορείς να παρακολουθήσεις το θεατρικό φαινόμενο των εκατοντάδων παραστάσεων στην Αθήνα...
Ταυτόχρονα χάθηκε η κριτική. Δεν μπορούν, βέβαια, ούτε οι κριτικοί των λίγων εφημερίδων —ακόμη και κάποιοι αξιόλογοι του διαδικτύου— να παρακολουθήσουν όλο αυτό το θεατρικό τσουνάμι, οπότε ο καθένας σιγά-σιγά έχει και τους δικούς του κριτικούς, τα δικά του βραβεία. Υπάρχουν μεγάλες διαδικτυακές παρέες που αλληλοκρίνονται και αλληλοβραβεύονται — όλα μεταξύ τους.
Το κοινό... τι να πει κανείς για το κοινό. Δεν είναι ένα και ενιαίο το κοινό. Υπάρχει το κοινό των προσκλήσεων, των sold-out, υπάρχει και το κοινό των εισιτηρίων. Σε ρωτάνε πόσες προσκλήσεις θα δώσεις στους χορηγούς — μα δίνω προσκλήσεις σε φίλους ηθοποιούς (που έτσι κι αλλιώς έχουν ατέλεια), προσκλήσεις σε δημοσιογράφους και καλλιτεχνικούς συντάκτες, άντε να δώσεις και σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό, σε κάποιον ακροατή μιας συνέντευξής σου. Αυτές οι δεκάδες των προσκλήσεων των διαγωνισμών; Ποιο κοινό είναι αυτό;
Επίσης, μέσα από τα social media ζούμε ακόμη ένα παράδοξο: οι θεατές του 2010 σήμερα είναι οι ίδιοι «ηθοποιοί» ή «κριτικοί». Δεν τα λέω σαν κάτι αρνητικό όλα αυτά, απλά τα βλέπω. Για μια μικρή παραγωγή ενός μονολόγου, τώρα για τους Πέρσες, χρειάστηκα σχεδόν δέκα χιλιάδες ευρώ, χωρίς να πληρωθώ ο ίδιος και χωρίς να πληρώσω όσο πραγματικά θα τους άξιζε τους συνεργάτες μου. Έρχονται όμως παραστάσεις ακόμη με ένα σκαμνί ή με έναν κύβο (που ήταν της μόδας στα θέατρα παλιά). Ο μονόλογος, που ήταν η ευκαιρία να θαυμάσεις την ωριμότητα και τη δεξιοτεχνία του ηθοποιού, έγινε τώρα η ευκολία του πρωτάρη: παίρνουν έναν μονόλογο και, με ένα δυνατό προφίλ στα social media, λάμπουν στο διαδικτυακό στερέωμα...
Έτσι κι εγώ βαθιά εκτιμώ, σέβομαι και αγαπώ το κοινό που με γνωρίζει, που με αναγνωρίζει, που με επιλέγει - δηλαδή που με εμπιστεύεται.
Σε προσωπικό επίπεδο τι σε κάνει χαρούμενο; Τι σε γεμίζει και σε ευχαριστεί;
Το Θέατρο, οι μελέτες μου, οι ασκήσεις μου, οι πρόβες μου, τα όνειρά μου.
Περπατάω πολύ. Μένω στην Αγία Παρασκευή, ψηλά, κοντά στον «Δημόκριτο»· έχω πρόσβαση από ένα δρομάκι στο βουνό, περπατάω όμως και όλη την Αγία Παρασκευή - έχει πράσινο, κήπους πολλούς. Περπατάω και παραμιλάω τους ρόλους μου. Έχω τις γάτες μου, χελώνες που φροντίζω στον κήπο, την κόρη μου, λίγους φίλους - περισσότερους στο διαδίκτυο, μιλάω κι εκεί που και που.

Μετά τους «Πέρσες» τι να περιμένουμε από εσένα;
Έχω ήδη αρχίσει πρόβες σε κάτι πολύ ωραίο - δεν είναι δική μου παραγωγή ούτε σκηνοθετώ. Είναι πρόταση που με χαρά αποδέχτηκα και θα ερμηνεύσω έναν σπουδαίο ρόλο, ένα κλασικό κείμενο. Δεν έχει ανακοινωθεί, δεν μπορώ ακόμη να πω γι' αυτό, θα έχω όμως την πρεμιέρα του στις αρχές του Ιανουαρίου.
Σας ευχαριστώ πολύ πολύ για την ωραία συζήτηση που ανοίξαμε, χάρηκα πολύ! Σας περιμένω στη Λειτουργία μας - Δέηση και Ακολουθία των Παθών των Περσών.
Θέατρο Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα
Από 14 Οκτωβρίου έως και 2 Δεκεμβρίου 2026
Κάθε Τετάρτη στις 21:00
Mετάφραση: Νικολέττα Φριντζήλα
Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Φαίδων Καστρής
Μουσική σύνθεση: Στέφανος Κοζάνης
Video art: Στέφανος Κοσμίδης
Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος
Σκηνικά: Νίκος Δεντάκης
Κοστούμια: Δόμνα Ζαφειροπούλου
Χειροποίητες ενδυματολογικές εξαρτήσεις: Στέλλα Ζαφειροπούλου
Ψιμυθίωση: Ήρα Σ. Μαγαλιού
Φωτογραφίες: Ιουλία Λαδογιάννη
Αφίσα: Βίκτωρ Μελίστας
(Οι μουσικοί: Στέφανος Κοζάνης-πιάνο,
Νεκτάριος Σταματέλος- νέυ,
Χρυσόστομος Μπουκάλης- κοντραμπάσο,
Νίκος Σιδηροκαστρίτης-τύμπανα, ηχογράφηση και μίξη στα Artracks Studios από τον Γιώργο Πρινιωτάκη)
Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Αrt Ensemble
Διεύθυνση Παραγωγής: Ντορίτα Λουκίσσα
Παραγωγή: Stage Productions - Γιώργος Σταματόπουλος
Τηλεφωνική αγορά εισιτηρίων-κρατήσεις: 210 646 0748
Online προπώληση: «Πέρσες» του Αισχύλου
Τιμή εισιτηρίου: 12,00 €
Διαβάστε όλα τα lifestyle νεα, για Celebrities και Media.