Υπογεννητικότητα: Η συνεχής πτώση των γεννήσεων συνιστά μία από τις πιο περίπλοκες και συζητήσιμες κοινωνικές εξελίξεις της σύγχρονης εποχής. Οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται μόνο στο δημογραφικό, αλλά επηρεάζουν άμεσα την οικονομία, τα συστήματα υγείας, τη συνοχή των κοινωνιών και τις σχέσεις μεταξύ των γενεών. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet», η υπογεννητικότητα έχει πλέον λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, δημιουργώντας σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις.
Δημογραφικό: Μειώθηκε κατά 730.000 άτομα ο πληθυσμός από το 2011!
Τα βασικά ευρήματα της δημοσίευσης παρουσιάζουν η καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου.
Σήμερα, σε περισσότερα από τα μισά κράτη του πλανήτη, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας —δηλαδή ο μέσος αριθμός παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της— βρίσκεται κάτω από το επίπεδο των 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα, το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού. Σε χώρες όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και η Ουκρανία, ο δείκτης αυτός έχει πέσει ακόμη και κάτω από τη μία γέννηση, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνεται κοντά στο 1,6.
Έλον Μάσκ: «Ο θάνατος της Ελλάδας» - Τι έγραψε για το δημογραφικό
Οι πολιτικές για την ενίσχυση των γεννήσεων
Αντιμέτωπες με αυτή την εξέλιξη, πολλές κυβερνήσεις υιοθετούν πολιτικές που στοχεύουν άμεσα στην ενίσχυση της τεκνοποίησης. Η Κίνα, για παράδειγμα, επιχειρώντας να ανακόψει τη δημογραφική κάμψη, επέβαλε πρόσφατα φόρο 13% στα προφυλακτικά, ενώ παράλληλα χορηγεί οικονομικά επιδόματα για παιδιά έως τριών ετών. Στη Νότια Κορέα, προσφέρονται απαλλαγές από τη στρατιωτική θητεία και οργανώνονται κρατικά χρηματοδοτούμενες εκδηλώσεις γνωριμιών, ενώ στην Ουγγαρία έχει θεσπιστεί ισόβια απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για μητέρες με δύο ή περισσότερα παιδιά.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο είναι θεμιτό ή αποτελεσματικό τα κράτη να παρεμβαίνουν στις αναπαραγωγικές επιλογές των πολιτών τους. Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι, παρά τις εκτεταμένες οικονομικές παροχές, τα αποτελέσματα είναι περιορισμένα. Η Νότια Κορέα έχει επενδύσει τεράστια χρηματικά ποσά σε επιδόματα και κίνητρα χωρίς ουσιαστική αναστροφή της τάσης, ενώ η Ιαπωνία, παρά τις δεκαετίες στήριξης της οικογένειας, εξακολουθεί να καταγράφει χαμηλά ποσοστά γεννήσεων. Ακόμη και χώρες της Σκανδιναβίας, με ανεπτυγμένα συστήματα γονικής άδειας και παιδικής φροντίδας, δεν έχουν επιστρέψει στο επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Υπογεννητικότητα: Η μείωση της γονιμότητας οφείλεται σε πλήθος παραγόντων
Η ευρεία διάδοση αξιόπιστων μεθόδων αντισύλληψης, η υψηλότερη εκπαίδευση και επαγγελματική συμμετοχή των γυναικών, η καθυστέρηση του γάμου και της απόκτησης παιδιών, καθώς και η βιολογική μείωση της γονιμότητας και στα δύο φύλα, συνθέτουν ένα νέο κοινωνικό και αναπαραγωγικό περιβάλλον.
Ταυτόχρονα, η δραστική μείωση της παιδικής θνησιμότητας έχει μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι οικογένειες την τεκνοποίηση. Στις περισσότερες χώρες, τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα έχουν σχεδόν βέβαιη επιβίωση έως την ενηλικίωση, γεγονός που περιορίζει την ανάγκη για μεγάλο αριθμό απογόνων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα φαίνεται να έχουν και οι υπαρξιακές ανησυχίες των νεότερων γενεών. Η κλιματική αλλαγή, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η οικονομική αστάθεια και η επιδείνωση της ψυχικής υγείας δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο η απόφαση για απόκτηση παιδιών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Οι φόβοι για το μέλλον, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, λειτουργούν αποτρεπτικά στη δημιουργία οικογένειας.
Υπογεννητικότητα: Οι τρομακτικές συνέπειές της στα κράτη πρόνοιας
Οι συνέπειες της δημογραφικής συρρίκνωσης προκαλούν έντονη ανησυχία. Η μείωση του εργατικού δυναμικού, η συρρίκνωση των φορολογικών εσόδων και η αύξηση των δαπανών για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη θέτουν σοβαρές πιέσεις στα κράτη πρόνοιας. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να αυξήσει τη συχνότητα χρόνιων και μη μεταδοτικών ασθενειών, καθώς και τις ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα.
Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων συχνά συνοδεύονται από καταναγκαστικά μέτρα και παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως συνέβη με την πολιτική του ενός παιδιού στην Κίνα ή με τα ακραία μέτρα της Ρουμανίας τη δεκαετία του 1980. Επιπλέον, σύγχρονες παρεμβάσεις, όπως η αύξηση της τιμής των προφυλακτικών, ενδέχεται να υπονομεύσουν τη δημόσια υγεία, αυξάνοντας τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες.
Αντί για στενά προσανατολισμένες πολιτικές αύξησης των γεννήσεων, οι ειδικοί εισηγούνται μια πιο ολιστική στρατηγική. Η προώθηση της υγιούς γήρανσης, η ενίσχυση της γηριατρικής φροντίδας, η επένδυση στην πρόληψη και στην αποκατάσταση, καθώς και η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής ισορροπίας. Παράλληλα, η πιο ευέλικτη μεταναστευτική πολιτική θα μπορούσε να ενισχύσει το εργατικό δυναμικό σε χώρες με μειούμενο πληθυσμό.
Τελικά, ανεξάρτητα από τις δημογραφικές τάσεις, οι κοινωνίες οφείλουν να συνεχίσουν να στηρίζουν τις οικογένειες και τα παιδιά, να διασφαλίζουν ποιοτική και προσιτή παιδική φροντίδα, να ενθαρρύνουν την ισότιμη συμμετοχή των πατέρων και να προστατεύουν την υγεία και τα δικαιώματα των γυναικών. Εκείνο που πρέπει να αποφευχθεί είναι η υιοθέτηση αναποτελεσματικών και ιδεολογικά φορτισμένων πολιτικών, οι οποίες ενδέχεται να ενισχύσουν τον εθνικισμό και να υπονομεύσουν κατακτήσεις δεκαετιών στον τομέα της ισότητας των φύλων και της δημόσιας υγείας.
Διαβάστε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.