Ρωσία - Δύση - Ουκρανία: Το λάθος μετά το '91 δε διορθώνεται με εγκλήματα

Φωτογραφια αρθρογραφου

Άλλο κατανοώ τις αντιθέσεις και άλλο δικαιολογώ την εξολόθρευση αμάχων

Τις τελευταίες ημέρες και με αφορμή την ανθρωπιστική τραγωδία στην Ουκρανία (με συγκεκριμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από την πλευρά της Μόσχας), παρατηρείται μια «αναθεωρητική» προσέγγιση, ακόμη και εντός ΗΠΑ. Μια προσέγγιση που καταλογίζει εσφαλμένη αντιμετώπιση της Ρωσίας από τη Δύση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και όταν πλέον η Σοβιετική Ένωση είχε διαλυθεί.

Ακόμη και o Kissinger το έχει παραδεχθεί, αλλά δεν είναι ο μόνος που το  υποστηρίζει από την πλευρά των εκπροσώπων  της αποκαλούμενης «ρεαλιστικής» εξωτερικής πολιτικής στην Αμερική, οι οποίοι βρίσκονται σε μόνιμη αντιπαράθεση με την «ιδεαλιστική» σχολή σκέψης και την κληρονομιά του  Woodrow Wilson στο ζήτημα της «διάδοσης της Δημοκρατίας».        

Ως ιστορική αποτίμηση η θεωρία αυτή δεν είναι αβάσιμη. Είναι αλήθεια ότι  η Δύση αντιμετώπισε με αλαζονεία τη Ρωσία, σαν ηττημένη του Ψυχρού Πολέμου. Όπως είναι αλήθεια επίσης ότι από το 1991 μέχρι το 2000 υπήρξε μια ιστορική ευκαιρία που χάθηκε, η Ρωσία να γίνει μέλος της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Ευρώπης, ειδικά τότε που προείχε η συστράτευση απέναντι στο ακραίο  Ισλάμ. Ήταν πράγματι χαμένη ευκαιρία η συγκυρία, όταν η Ρωσία επιδίωκε ακόμη και την ένταξη στο ΝΑΤΟ, επαναλαμβάνοντας κατά αναλογία το εγχείρημα της ένταξης της τότε Δυτικής Γερμανίας σε αυτό, όταν ιδρύθηκε. Άλλωστε και το 1939 αδιανόητο θα έμοιαζε ότι προτού καν περάσουν δύο δεκαετίες,  ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία (έστω η Δυτική) να ανήκουν στην ίδια στρατιωτική συμμαχία. Δεν ευθύνονται πάντως μόνο οι ΗΠΑ στο ότι το εγχείρημα δεν έτυχε ανταπόκρισης, για να είμαστε ειλικρινείς, αλλά σύμπασα η Δύση, της ΕΕ συμπεριλαμβανομένης.      

Για την ιστορία έχει ενδιαφέρον ότι κυβερνήσεις Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, πρεσβύτερου και νεότερου  Μπους, ήταν πιο συγκρατημένες την επίμαχη περίοδο έναντι της Ρωσίας, σε σύγκριση με τις περιόδους διακυβέρνησης των Δημοκρατικών και ιδίως του Κλίντον. Όπως είναι αλήθεια ότι και ο Ομπάμα επίσης ήταν σχετικά πιο προσεκτικός σε σύγκριση με τον προηγούμενο Δημοκρατικό πρόεδρο, όπως φάνηκε στην περίπτωση της Κριμαίας (όπου έφθασε να ανεχθεί ουσιαστικά την αλλαγή του status quo), αλλά και στην περίπτωση της Συρίας (όπου απέφυγε την ένοπλη αντιπαράθεση με τη Ρωσία στη χώρα της Μέσης Ανατολής). Πλέον όμως ήταν πια αργά και η Μόσχα «μεθυσμένη» από τα υπερκέρδη του μοναδικού συγκριτικού της πλεονεκτήματος, της ενέργειας, ήταν αποφασισμένη  να ερμηνεύει εφεξής κάθε κίνηση αναδίπλωσης των ΗΠΑ (όπως  π.χ. στο Αφγανιστάν αργότερα από τον Μπάιντεν) σαν ένδειξη αδυναμίας και να προβεί σε επίδειξη «ωμής» βίας στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με απροκάλυπτο αυταρχισμό στο εσωτερικό της χώρας.   .        

Όπως όμως η κατανόηση ότι η Συνθήκη των Βερσαλλιών για την ηττημένη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου Γερμανία ήταν δυσβάστακτη  - καθώς πυροδότησε κοινωνικές εντάσεις που υπονόμευσαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης  - δεν μπορεί να οδηγήσει με κανένα τρόπο στη δικαιολόγηση του ναζισμού και των φρικτών εγκλημάτων του, το ίδιο κατά αναλογία ισχύει και τώρα.  Χρήσιμη η ιστορία για διδάγματα αλλά το «τι θα γινόταν αν…» (το περιβόητο what if… ), έχει συγκεκριμένα όρια. 

Η πραγματικότητα είναι σκληρή και αδυσώπητη: Ανεξάρτητα από λάθη της άλλης πλευράς στο παρελθόν, η Ρωσία  εισέβαλλε ως νέος «Αττίλας» στην Ουκρανία, μια χώρα τεράστια σε έκταση και με πληθυσμό άνω των 40 εκατομμυρίων, προκαλώντας μία μείζονα ανθρωπιστική κρίση. Καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για αυτό που συμβαίνει  με  τη ρωσική εισβολή, δηλαδή την  καταπάτηση συνόρων και εδαφικής κυριαρχίας,  την «κατεδάφιση» ολόκληρων πόλεων,  τη  συστηματική εξόντωση αμάχων και τις εικόνες φρίκης με επιθέσεις σε μαιευτήρια και γηροκομεία.  Είναι γεγονότα που κατέστρεψαν την εικόνα της Ρωσίας σε ολόκληρη την πολιτισμένη ανθρωπότητα, χωρίς ούτε καν το πρόσχημα  της υποτιθέμενης ένταξης στο ΝΑΤΟ να υπάρχει, το οποίο έχει λήξει ως ζήτημα εδώ και αρκετά χρόνια. 

Από εκεί και πέρα βεβαίως είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε χώρας να επιλέξει αν θέλει να ανήκει στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, με την ένταξη στη ΕΕ ή αν θέλει να γίνει μια ελεγχόμενη από τη Μόσχα δικτατορία, όπως η Λευκορωσία. Το παράδοξο είναι ότι η Ρωσία με τις ενέργειές της «πέτυχε» να ξεκινήσει ο  μετασχηματισμός μιας πολιτικής – οικονομικής ένωσης όπως η ΕΕ (στην οποία ανήκουν και παραδοσιακά «ουδέτερες» χώρες όπως η Αυστρία και η Σουηδία) και σε αμυντική. Μια εξέλιξη κάθε άλλο παρά θετική για τη Μόσχα και με διακύβευμα πολύ μεγαλύτερο από το Ντονμπάς και την Κριμαία. 

Καταλήγοντας, το συμπέρασμα δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένα: Ναι στην κατανόηση της ιστορίας και των λαθών του παρελθόντος, όχι στη δικαιολόγηση των εγκλημάτων, οποιοδήποτε πρόσχημα και αν έχουν αυτά.  Καμία ιστορική αποτίμηση  δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη ζοφερή πραγματικότητα.               
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Back to Top