Ένα δέντρο που το έλεγαν «ΠΑΛΙ»

Και κρύβει τόσα πολλά

Σ’ αυτό το γερμένο πεύκο ανέβασα τον γιο μου τότε που ήταν ενάμιση χρονών. Τον κράτησα απαλά από τις μασχάλες, τον απογείωσα τρυφερά στον αέρα κάνοντας με το στόμα μου το αεροπλάνο, τον προσγείωσα θεαματικά στο έδαφος σε αργή κίνηση, τον έστησα θριαμβευτικά όρθιο στα πόδια του κι εκείνος ενθουσιασμένος μου είπε «πάλι».

Ο γιος μου, ο γιος μας για την ακρίβεια, μίλησε νωρίς, κι αυτή ήταν η πρώτη ελληνική λέξη που τον άκουσα να ξεστομίζει. Πιο πριν είχε πει «νουνού» που σημαίνει «νερό» και «μιμί» που σημαίνει «μυρμήγκι». Τα έβλεπε τα μυρμήγκια που έφτιαχναν τις φωλιές τους στο κοκκινόχωμα ή άνοιγαν δρόμους στην ανοιξιάτικη βλάστηση, πώς πολεμούσαν μερικές φορές και πώς κουβαλούσαν θηριώδη φορτία και του έκαναν μεγάλη εντύπωση.

Μετά, μια νύχτα που τον κρατούσα αγκαλιά στην πίσω βεράντα, εκείνη που βλέπετε στο βάθος, με την πρασινάδα στη βάση, είπε «τια» και εννοούσε τ΄αστέρια.

Τις θυμάται αυτές τις ιστορίες ο γιός μου, του τις λέω συχνά. Όταν με ρώτησε αν κάηκε το πεύκο του «πάλι», του είπα «ναι», κι όταν στεναχωρήθηκε του υποσχέθηκα ότι δε θα το κόψω, ότι θα το κρατήσω στηριγμένο στο ξύλινο δεκανίκι του κι όσο αντέξει.

Λένε ότι η επικαιρότητα δεν κρατάει πολύ και τα γεγονότα σκάνε κάθε τόσο σαν τα πυροτεχνήματα κι η ζωή τραβάει την ανηφόρα ή την κατηφόρα, ανάλογα. Είναι αλήθεια.

Η θεόρατη αρσενική φιστικιά στο βάθος είναι 100 χρονών. Τα καλοκαίρια θεριεύει το φύλλωμά της και κάνει σκιά τόσο παχιά που κοιμάσαι καταμεσήμερο και δε σε αγγίζει ο ήλιος. Τον χειμώνα τα γυμνά της κλαδιά θυμίζουν δένδρο σε ταινία του Τιμ Μπάρτον. Την έκανα κάποτε δεντρόσπιτο και πριν από μένα η μάνα μου κι ύστερα ο γιος μου και φάγαμε από κάτω βασιλικά, πάλι και πάλι, φίλοι και συγγενείς, πεθαμένοι και ζωντανοί. Γλίτωσε. Όπως γλίτωσε και το ένα σκυλί. Το δικό μας. Η Δάφνη. Το σπίτι κάηκε, και το άλλο το σκυλί το φιλοξενούμενο, και χάσκουν στη φωτογραφία που μου τράβηξε ο Σωτηρόπουλος, χωρίς τα κόκκινα παντζούρια τους, τα παράθυρα άδεια.

Το πιάνο της γιαγιάς μου της άλλης, που το κουβάλησα μαζί μου από την Αθήνα, όταν αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου να παντρευτούμε και να εγκατασταθούμε μονίμως στη βίλα «Δέσπω», το πιάνο που μ΄ έμαθε να γράφω τραγούδια κι έβαλε τον γιο μου στο τριπάκι της μουσικής κάηκε κι αυτό, και το μαντεμένιο του κουφάρι με τις μαυρισμένες χορδές λέω να το κάνω γλυπτό.

Από εκείνο το απόγευμα, που ήμουν βέβαιος ότι θα πάω σπίτι μου, κι όχι μόνο δεν πήγα, αλλά τη γλίτωσα στο παρατσάκ από του χάρου τα δόντια, δε θέλω πια να χρησιμοποιώ τη λέξη «θα». Προτιμώ το «λέω να…»

Ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας είναι η φίλη της γυναίκας μου, που την κάλεσε με τον γιο μας για long weekend στην Τήνο. Εγώ γυρνούσα από την δουλειά, έκανα αναστροφή την τελευταία στιγμή μέσα στο Κόκκινο Λιμανάκι και σώθηκα.

Σώθηκαν επίσης τα τσιγκάκια του Παύλου, και καμιά 20αριά αυτοκινητάκια στριμωγμένα κάτω από έναν μεταλλικό δίσκο. «Ως εκ θαύματος», όπως θα έλεγε ο Κωνσταντίνος Τζούμας. Από τα βιβλία μου, που τα μάζευα υπομονετικά στην καρδιά του λίβα σαν το μυρμήγκι, δε σώθηκε ούτε ένα, ούτε καν εκείνο που περιείχε το ποίημα του Βαγγέλη Κάσσου για τις 80.000 προπολεμικές δραχμές, το οποίο προσπαθώ τώρα να παραφράσω από μνήμης.

Σώθηκαν όμως, όπως πάντα, όλα τα κέρματα, ένα μπαρουτοκαπνισμένο μεταλλικό φλασκί για κονιάκ, πέντε συλλεκτικά τασάκια, μερικές σκόρπιες πορσελάνινες κούπες και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα της πεθεράς μου, μαυρισμένα σαν να κολυμπούσαν επί ώρες στα καζάνια της κόλασης.

Στον στρογγυλό πυργίσκο, στην άκρη της τσιμεντένιας λωρίδας που χωρίζει τον κήπο σε άγριο και ήμερο μέρος, ανέβαινε, όταν ήμουν μικρός, ο νικητής των Πανκανελλοπουλιακών αγώνων κι ο πατέρας μου του φόραγε με μια κορδέλα στο λαιμό για μετάλλιο ένα εικοσάρι. Κι ύστερα, όταν μεγάλωσα, πολλές φορές κάθισα πάνω του τα χαράματα μετά από ολονυχτία, για να καπνίσω ένα τελευταίο τσιγάρο και να δω τον ήλιο να ανατέλλει από τα βουνά της Εύβοιας, πριν πέσω για ύπνο.

Δεν ήμασταν εκεί όταν έγινε το κακό.

Σταθήκαμε πολύ τυχεροί.
 

Ακολουθήστε μας: