O Γιάννης Στουρνάρας έκανε λόγο για «μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας» τα τελευταία χρόνια, η οποία -ωστόσο- «δεν είναι πλήρης», μιλώντας στο συνέδριο με τίτλο «Η μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας και ο ρόλος της ασφαλιστικής αγοράς» με Ιδρυτικό Χορηγό την Εθνική Ασφαλιστική. Στο πλαίσιο αυτό, έφερε το παράδειγμα του ασφαλιστικού συστήματος· «ενώ τουλάχιστον τρεις σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν νομοθετηθεί από το 2010, πολλές διατάξεις δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως και το σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος, στρεβλώσεις και αδικίες».

Αφού επεσήμανε ότι, με τη δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος να βρίσκεται σε εξέλιξη, το ασφαλιστικό εξακολουθεί να αποτελεί μια βασική προτεραιότητα στο πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων, τόνισε ότι οι δημοσιονομικές πιέσεις τις οποίες ασκεί το σύστημα «μπορεί να καταστεί αναγκαίο να μετριαστούν μέσω αναπροσαρμογών σε ορισμένες συντάξεις». Και τούτο, «διότι ορισμένες συνταξιοδοτικές παροχές στην Ελλάδα παραμένουν σχετικά γενναιόδωρες, με βάση τόσο τα ελληνικά όσο και τα διεθνή δεδομένα».

Ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τη Eurostat, οι συνολικές μεταβιβάσεις προς τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης από άλλους τομείς της γενικής κυβέρνησης ανήλθαν σε 7,1% του ΑΕΠ το 2015, έναντι 3,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ. Όπως είπε, το ασφαλιστικό σύστημα παραμένει δαπανηρό, καθώς οι μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τα ασφαλιστικά ταμεία/ΕΦΚΑ ανήλθαν σε 7,6% του ΑΕΠ το 2016 και αναμένεται να φθάσουν το 9,9% του ΑΕΠ το 2017, καθώς οι συντάξεις του Δημοσίου παρέχονται πλέον και αυτές από τον ΕΦΚΑ, στοιχείο που ισοδυναμεί με περισσότερο από το 1/3 των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού το 2017.

«Το σύστημα δεν μπορεί πλέον να αυτοχρηματοδοτηθεί μέσω αύξησης των εισφορών. Οι υψηλές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αυξάνουν τον έμμεσο φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας και οδηγούν σε μείωση του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα», πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας.

Αναφερόμενος στις ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών, ο διοικητής της ΤτΕ παρατήρησε πως αυτές «κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν πιστά: ο ενιαίος τύπος υπολογισμού για τις κύριες συντάξεις και ο κανόνας μηδενικού ελλείμματος των επικουρικών ταμείων δεν εφαρμόστηκαν όπως είχε σχεδιαστεί. Οι μειώσεις των συντάξεων (που αναμενόταν να οδηγήσουν σε ακαθάριστη εξοικονόμηση δαπανών ύψους 2¼% του ΑΕΠ) κρίθηκαν αντισυνταγματικές με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 2015. Οι αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς διάφορες ευνοϊκές ρυθμίσεις επέτρεπαν στους ασφαλισμένους να κάνουν χρήση επιλογών πρόωρης συνταξιοδότησης υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Κατά συνέπεια, παρατηρήθηκε ένα μαζικό κύμα πρόωρων συνταξιοδοτήσεων στην προσπάθεια των εργαζομένων να επωφεληθούν από τους παλαιότερους, πιο γενναιόδωρους κανόνες».

Στη συνέχεια, ο διοικητής της ΤτΕ στάθηκε στην παράμετρο της ιδιωτικής ασφάλισης, η οποία κατά τη γνώμη του θα μπορούσε να αναλάβει έναν αυξημένο ρόλο ως φορέας διαχείρισης ΙΕΣΠ συνεισφέροντας την τεχνογνωσία και την εμπειρία που διαθέτει -σε θέματα όπως η ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων, η είσπραξη των εισφορών, η καταβολή των παροχών, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση επενδύσεων με τρόπο που λαμβάνεται υπόψη η δομή των υποχρεώσεων- και παρέχοντας αναλογιστικές και λογιστικές υπηρεσίες.

Για το ελληνικό σύστημα υγείας, παρατήρησε ότι δεν είναι ρεαλιστικό – και ίσως είναι αδύνατον – οι δομές να επιδιώκουν να προσφέρουν «κάθε δυνατή ιατρική περίθαλψη σε όλους», προσθέτοντας ότι τα συστήματα υγείας, καθώς χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους που αναγκαστικά συρρικνώνονται, αναπόφευκτα ο ιδιωτικός τομέας διαδραματίζει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην κάλυψη των αναγκών των πολιτών για υπηρεσίες υγείας.

«Πιστεύω ότι οι Έλληνες πολίτες θα ωφεληθούν από την εισαγωγή ενός εθνικού δημόσιου καθολικού συστήματος υγείας που να καλύπτει τις “ανάγκες” του πληθυσμού και να αφήνει τη χρηματοδότηση και την κάλυψη των “επιθυμιών” του πληθυσμού σε μια επαρκώς ρυθμιζόμενη αγορά ιδιωτικής ασφάλισης υγείας. Αν επιτύχουμε συναίνεση κατ’ αρχήν εννοιολογικά πάνω σε ένα τέτοιο σύστημα υγείας δύο βαθμίδων, το επόμενο βήμα θα είναι να συμφωνήσουμε σχετικά με τη διαφοροποίηση μεταξύ “αναγκών” και “επιθυμιών”», σημείωσε ο κ. Στουρνάρας.

Παράλληλα, αφού αναφέρθηκε στα «προφανή οφέλη» ενός συστήματος επαγγελματικής ασφάλισης, παρατήρησε ότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν αναγνωρίζει την ελληνική οικονομική πραγματικότητα, καθώς η δημιουργία ταμείου επαγγελματικής ασφάλισης είναι ιδιαίτερα επαχθής οικονομικά ακόμη και για τους μεγαλύτερους εργοδότες, πόσο μάλλον για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας· «η επικείμενη ενσωμάτωση της νέας οδηγίας της ΕΕ, ΙΕΣΠ II, στην ελληνική έννομη τάξη αποτελεί ευκαιρία για μια νέα μεταμόρφωση».

 

Tags: