Μέτρα για το χρέος, το οποίο χαρακτηρίζει μη βιώσιμο, αλλά και περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο ζήτησαν χθες τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου του ΔΝΤ, στη συνεδρίαση όπου παρουσιάστηκε η έκθεση για την Ελλάδα.

Η συνεδρίαση κράτησε περίπου τρεις ώρες και ολοκληρώθηκε λίγο μετά τη 1 τα ξημερώματα ώρα Ελλάδος.

«Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα», αλλά «η εκτεταμένη δημοσιονομική εξυγίανση και η εσωτερική υποτίμηση έχουν οδηγήσει σε υψηλό κόστος την κοινωνία, κάτι που αντανακλάται στη μείωση των εισοδημάτων και την εξαιρετικά υψηλή ανεργία», αναφέρει –μεταξύ άλλων- το ΔΝΤ στην ανακοίνωση που εξεδόθη μετά τη συνεδρίαση, στην οποία υπογραμμίζεται ότι δεν υπήρξε ομοφωνία στις αποφάσεις.

Τα μέλη ζήτησαν παρεμβάσεις στα εργασιακά με έμφαση στις ομαδικές απολύσεις και την απελευθέρωση όσων επαγγελμάτων παραμένουν κλειστά, ενώ τόνισαν τη σημασία της ανάπτυξης ρεαλιστικών προβλέψεων και στόχων, τη σημασία εξασφάλισης επαρκούς χρηματοδότησης και ελάφρυνσης του χρέους, και την ανάληψη μιας δημοσιονομικής προσαρμογής με μέτρα υψηλής ποιότητας και με έναν ρυθμό συνεπή με την ικανότητα εφαρμογής των μέτρων από τη χώρα, και με την υιοθέτηση μιας αλληλουχίας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με βάση την ισχυρή ιδιοκτησία του προγράμματος.

Όσον αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα περισσότερα μέλη στήριξαν το 1,5% ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι που τάχθηκαν υπέρ του 3,5% υπό προϋποθέσεις.

Το ΔΝΤ στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη αντιμετώπισης του τεράστιου όγκου των οφειλών, καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και μείωσης των «κόκκινων δανείων», ενώ επεσήμανε πως  η εξασφάλιση επαρκών κεφαλαίων είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των τραπεζών.

Στην ανακοίνωση σημειώνεται επίσης ότι οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, στην εξυγίανση των ισολογισμών και στην άρση των εμποδίων για την ανάπτυξη.

Τέλος, ενθάρρυναν τις ελληνικές Αρχές να επιταχύνουν την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Δείτε τα σημαντικότερα σημεία της ανακοίνωσης του ΔΝΤ για την Ελλάδα:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ ολοκληρώνει τη Διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV, και εξετάζει την Εκ των Υστέρων Αξιολόγηση του Διευρυμένου Πιστωτικού Μηχανισμού του 2012 για την Ελλάδα.

Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση των μακροοικονομικών της ανισορροπιών από την έναρξη της κρίσης. Όμως, η δημοσιονομική εξυγίανση και η εσωτερική υποτίμηση είχαν υψηλό κοινωνικό κόστος που αντικατοπτρίζεται στα μειούμενα εισοδήματα και στην εξαιρετικά υψηλή ανεργία.

Το μεγάλο κόστος της προσαρμογής και η σημαντική πολιτική αστάθεια που ακολούθησε συνεισέφεραν στις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων από την τελευταία Διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV, και αποκορυφώθηκαν με την κρίση εμπιστοσύνης στα μέσα του 2015.

Από τότε, η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί καθώς οι αρχές ξεκίνησαν ένα νέο πρόγραμμα προσαρμογής πολιτικής που υποστηρίζεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Το νέο πρόγραμμα έχει σαν στόχο την ενίσχυση των οικονομικών των δημοσίου, την αποκατάσταση της υγείας του τραπεζικού τομέα, και την προώθηση της δυνητικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές έχουν θεσμοθετήσει μια σειρά από δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και μεταρρυθμίσεις στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Σαν αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων μεταρρυθμίσεων και της επίσημης χρηματοδότησης από τους Ευρωπαίους εταίρους της, η Ελλάδα επέστρεψε σε μια μέτρια αύξηση το 2016. Η ανάπτυξη προβλέπεται να επιταχυνθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια με την προϋπόθεση της πλήρους και έγκαιρης υλοποίησης του προγράμματος προσαρμογής των αρχών, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας άρσης των κεφαλαιακών ελέγχων που θεσμοθετήθηκαν στα μέσα του 2015.

Με βάση το υφιστάμενο πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας, η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη αναμένεται να φτάσει μόλις κάτω του 1%, ενώ το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να φτάσει περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ.

Οι κίνδυνοι αρνητικής εξέλιξης στις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν σημαντικοί και σχετίζονται με την ατελή ή την καθυστερημένη υλοποίηση πολιτικών.

Το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 179%στα τέλη του 2015 και δεν είναι βιώσιμο».