Στα σκαριά την (δοκιμαστική) έξοδο της Ελλάδας στις αγορές έχει η κυβέρνηση.

Ήδη, ο πρωθυπουργός δέχεται εισηγήσεις από το οικονομικό επιτελείο για να εκδώσει 3ετές ή 5ετές ομόλογο ακόμη και μέσα στον Ιούλιο, ενώ αρκετά μέλη του υπουργικού συμβουλίου έχουν μιλήσει για έξοδο στις αγορές εντός του 2017.

Στόχος, φυσικά, είναι στο τέλος του προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018, η Ελλάδα να μπορεί να δανειστεί από τις αγορές και να μην έχει ανάγκη δανεισμού από πρόγραμμα

Το τι σημαίνει η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές, τόσο σε αυτή τη χρονική περίοδο όσο και μετά το τέλος του προγράμματος, αλλά και το πως θα γίνει αναλύει στο star.gr ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής του Πανεπιστημίου Πειραιά Μιχάλης Γκλεζάκος.

«Για να βγει η Ελλάδα στις αγορές και να δανειστεί θα πρέπει πρώτα να μπορεί! Τι σημαίνει αυτό: η έξοδος στις αγορές προϋποθέτει ότι η οικονομία πάει καλά και όσοι θα δανείσουν τη χώρα δεν θα φοβούνται ότι θα χάσουν τα λεφτά τους. Αυτό ακόμη δεν υπάρχει» εξηγεί ο κ. Γκλεζάκος.

«Έτσι», προσθέτει, «αυτό που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να προχωρήσουμε σε μια συμβολική έξοδο στις αγορές. Δηλαδή να εκδώσουμε λίγα ομόλογα για σχετικά μικρό ποσό (1 ή 2 δισ. ευρώ) τα οποία προφανώς δεν θα λύσουν το πρόβλημα αλλά θα δείξει ότι έχει γίνει πρόοδος».

Όπως εξήγησε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά, αυτή την περίοδο λήγει ένα ομόλογο περίπου 2 δισ. ευρώ που είχε βγάλει η κυβέρνηση Σαμαρά το 2014 και «εκτιμώ ότι αν βγει στις αγορές η κυβέρνηση θα είναι για ανάλογο ποσό».

Πόσο μακριά είναι η οριστική έξοδος στις αγορές;

Το δύσκολο εγχείρημα, κατά τον κ. Γκλεζάκο, είναι το να μπορέσει η χώρα να δανείζεται μόνο από τις αγορές και δη με βιώσιμο επιτόκιο.

«Αν βγαίναμε “κανονικά” στις αγορές σήμερα, το επιτόκιο που θα παίρναμε θα ήταν πολλαπλάσιο από αυτό που πληρώνουμε σήμερα. Οι αποδόσεις είναι πάνω από 4%, όταν το μέσο επιτόκιο των δανείων μας από τα προγράμματα είναι 1,7%. Η διαφορά είναι τεράστια όταν μιλάμε για δανεισμούς μεγάλων ποσών και άρα δεν μας συμφέρει. Ωστόσο, αν δεν μπορούμε να δανειστούμε από τις αγορές, θα πρέπει να πάμε και πάλι στους δανειστές και θα πρέπει να υπογράψουμε και άλλα μνημόνια» εξηγεί.

«Επομένως, το συμπέρασμα είναι ένα: ΠΡΕΠΕΙ να βγούμε στις αγορές. Αλλά πρέπει να βγούμε δημιουργώντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις, πχ. να μπει σε μια τάξη η οικονομία. Να πείσουμε ότι η έχει τελειώσει η ιστορία με την κρίση στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο θα πέσουν τα επιτόκια. Ουσιαστικά, πρέπει να καταφέρουμε ό,τι κατάφεραν και χώρες όπως η Πορτογαλία, που δανείζεται μεν από τις αγορές αλλά με επιτόκιο 2%, δηλαδή πολύ κοντά σε αυτό το επιτόκιο που έχουμε εμείς από το πρόγραμμα» τονίζει ο καθηγητής Χρηματοοικονομικών.

Ο παράγοντας «χρέος»

Σύμφωνα με τον κ. Γκλεζάκο, προφανώς το χρέος είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στο όλο θέμα, καθώς χωρίς ελάφρυνσή του δεν είναι δυνατόν να πειστούν οι αγορές και να δώσουν χαμηλότερα επιτόκια.

«Οι δανειστές της χώρας δεν σχεδιάζουν να μας δίνουν χρήματα στο διηνεκές. Εκτιμώ ότι θα δώσουν κάποια λύση για το χρέος με το τέλος του προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018» σημειώνει.

Τι έγινε λάθος με την ποσοτική χαλάρωση

Αν και αποτελούσε στόχο της κυβέρνησης για περίπου 2,5 χρόνια, τελικά η Ελλάδα έχασε το τρένο της ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο σίγουρα θα προσέθετε ένα ακόμη (κρίσιμο) λιθαράκι στον δρόμο για την έξοδο τις αγορές.

Όπως τονίζει ο κ. Γκλεζάκος, αυτό ήταν αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών επιλογών και στάσεων. 

«Η ΕΚΤ δεν μπορεί να δανείζει οικονομίες που δεν θεωρούνται βιώσιμες, άρα όλη η τακτική που έχουμε ακολουθήσει είναι λάθος. Έπρεπε εξαρχής να κάνουμε ό,τι η Κύπρος, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Δηλαδή να πούμε “μας βρήκε η κρίση, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε και ό,τι χρειάζεται για να βγούμε από αυτήν” και όχι να «παίξουμε» το σενάριο των κακών δανειστών που μας υποχρεώνουν να βάλουμε φόρους, κλπ. Να πάρουμε -αυτό που έλεγε και ο Ρέγκλινγκ- την ιδιοκτησία του προγράμματος» είπε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά.

«Η τακτική μας είναι αυτή που κρατά την οικονομία στην κρίση και δεν μας βοηθά ούτε στο να μας εντάξει η ΕΚΤ στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ούτε και στο να δεχθεί το ΔΝΤ ότι μπορούμε να αποπληρώσουμε το χρέος και άρα ότι είναι βιώσιμο» καταλήγει.

 

Πέτρος Κατσαβριάς

pkatsavrias@star.gr

Tags: