Του είναι αδιανόητο να συνειδητοποιήσει ότι πριν από λίγες ημέρες «έχασε» τον επί 20 χρόνια καλό του φίλο Χρήστο Σιμαρδάνη. Τα νυχτερινά τους τηλεφωνήματα μέχρι τα ξημερώματα είναι κάτι που θα λείψει πολύ στον Πάνο Σταθακόπουλο.

Ο ηθοποιός μίλησε στο περιοδικό «Λοιπόν» για την πορεία του αείμνηστου συναδέλφου του από τη στιγμή που ξαφνικά διεγνώσθη με 4 όγκους στον εγκέφαλο και για το τελεσίγραφο των γιατρών, που του έδιναν 3 μήνες ζωής.

Γνώριζε την κατάσταση της υγείας του;

Δεν τη γνώριζε… ή τη γνώριζε; Ποτέ δεν το καταλάβαμε αυτό. Δεν ήθελε να μας πικράνει, να παίξουμε θέατρο για να του λέμε «Όχι, δεν είναι έτσι». Αυτό ίσως συνέβη, γιατί μετά τους γιατρούς, που είπαν τι έχει, δεν μπαινόβγαινε σε νοσοκομεία. Έμεινε στο σπίτι του, δεν έκανε χημειοθεραπείες, οπότε δεν μπορούσε να το φανταστεί… Ήταν στο σπίτι του. Πόσο άρρωστος να φανταστεί ότι ήταν, αφού δεν πήγαινε στους γιατρούς και δεν έκανε χημειοθεραπείες; Κάποιες στιγμές, όταν λέγαμε κάτι, μετρούσε με πολύ χιούμορ: «Εντάξει, δεν πέθανα ακόμη» και γελούσαμε όλοι. Δεν γνώριζε, σίγουρα, το ότι οι γιατροί του είχαν δώσει 3 μήνες ζωής. Είχε 4 όγκους στον εγκέφαλο και ο ένας πάρα πολύ μεγάλος, δεν γνώριζε ακριβώς την κατάστασή του.

Πονούσε, είχε αλλάξει η όψη του;

Όχι, έφυγε χωρίς πόνους. Δεν πόνεσε καθόλου, δεν μπήκε στην διαδικασία των ενέσεων και των χημειοθεραπειών, απλώς μέρα με τη μέρα τον κατέβαλε η ασθένεια στο να μην μπορεί να περπατήσει, να κάνει πράγματα, ούτε να δει καλά, γιατί είχε μείωση της όρασης. Κατέπεσε τώρα τελευταία, χωρίς να νιώθει πόνο, καθόλου, κι αυτό ήταν παρήγορο. Έζησε καλά, με ό,τι ήθελε, με τα ταξίδια του, με αξιοπρέπεια, ήταν κύριος… Έφυγε νεότατος. Από εκείνον κρατάω το χιούμορ, το χαμόγελό του, τη φιλοσοφία που είχε για τη ζωή. Τρύγησε τη ζωή του, ζούσε πραγματικά, δεν ήταν μίζερος, ήταν άρχοντας. Ήταν μια μεγάλη αγκαλιά, ένα μπουκέτο λουλούδια. Ήταν άτυχος, γιατί δεν του δόθηκε ο χρόνος να πολεμήσει την αρρώστια του, αν την πολεμούσε… Είχε οικογένεια τους φίλους του, οι οποίοι ήταν εκεί μέρα και νύχτα. Δεν έμεινε στιγμή μόνος του. Θα μου λείψουν τα βράδια που μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Μου έστελνε μηνύματα στο Facebook: «Είσαι σπίτι να τα πούμε;». Όπου πιάναμε το τηλέφωνο και ξεχνούσαμε να το κλείσουμε…

 

Tags: