Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται σταδιακά μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης και το "λαμπρότερο οικονομικό κλίμα" διαφαίνεται στην ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης, και αντικατοπτρίζεται επίσης στις εξελίξεις της αγοράς εργασίας. Τα δημόσια οικονομικά αποδίδουν καλύτερα από το αναμενόμενο και οι συνολικές μακροοικονομικές προοπτικές παραμένουν θετικές, αν και υπόκεινται σε αρνητικούς κινδύνους. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα των χειμερικών οικονομικών προβλέψεων της Κομισιόν για την Ελλάδα, οι οποίες δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις που παρουσίασε ο Πιέρ Μοσκοβισί, η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα είναι 0,3% το 2016, 2,7% το 2017 και 3,1% το 2018. Η απασχόληση αυξάνεται κατά 2,2% το 2016, 2,1% το 2017 και 2,2% το 2018 με την ανεργία να πέφτει από 23,4% στο 22% και 20,2% αντίστοιχα, ενώ οι κατά κεφαλήν αποδοχές των εργαζομένων αυξάνονται κατά 0,2% το 2016, 1% και 2% το 2017 και 2018. Ο πληθωρισμός από μηδενικός το 2016 θα είναι θετικός στο 1,3% φέτος και 1,2% το 2018.

Το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα παραμένει στο -1,1% το 2016 και 2017 ενώ  θα περάσει σε θετικό έδαφος το 2018 0,7%. Τέλος το χρέος αποκλιμακώνεται από 179,7% το 2016 σε 177,2% το 2017 και 170.9% το 2018.

Σύμφωνα με την Κομισιόν η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η οικονομική δραστηριότητα αυξάνεται στη βιομηχανία, τον τομέα του λιανικού εμπορίου και του τουρισμού, ενώ οι εξαγωγές έχουν ανακτήσει τη δύναμη από το σοκ το 2015.

Η δε ανεργία αναμένεται να μειωθεί σταθερά πάνω από τον ορίζοντα των προβλέψεων, λόγω του αντίκτυπου των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας που υποστηρίζουν τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης και καθορισμού των μισθών.

Η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη ήταν πιθανό ακόμη αρνητική το 2016, δεδομένου ότι οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα από τις εξαγωγές εν μέσω υψηλότερης εγχώριας ζήτησης. Στο μέλλον οι καθαρές εξαγωγές αναμένεται να είναι θετικές.

Κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων, οι μισθοί αναμένεται να αυξηθούν μαζί με την ανάκτηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Καθοδικοί κίνδυνοι αφορούν κυρίως την αβεβαιότητα όσον αφορά την ολοκλήρωση της δεύτερης αναθεώρησης του προγράμματος του ESM και μια σειρά εξωτερικούς παράγοντες, όπως διεθνείς και περιφερειακές γεωπολιτικές και οικονομικές εντάσεις, καθώς και της κρίση των προσφύγων.

Σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά η Κομισιόν εξηγεί πως η σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής βαραίνει προς την πλευρά των εσόδων αλλά και συγκρατημένη αύξηση των δαπανών.

Η υιοθέτηση μιας σημαντικής δέσμης φορολογικών μέτρων, στο πλαίσιο της πρώτης αναθεώρησης αναμένεται να αποδώσει  3% του ΑΕΠ έως το 2018, ανεβάζοντας τη συνολική δημοσιονομική εξυγίανση στο 4,2% του ΑΕΠ.

Η ισχυρότερη  από ότι προβλεπόταν αύξηση των εσόδων προέρχεται κυρίως από τη δυναμική ανάπτυξη των βασικών φορολογικών βάσεων, ιδίως για τους έμμεσους φόρους και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, αλλά και αρκετούς εφάπαξ παράγοντες που σχετίζονται με την εκκαθάριση φορολογικών υποχρεώσεων από προηγούμενα έτη και τα αποτελέσματα εν όψει των αποθεμάτων συσσωρεύονται το 2017 αύξηση της φορολογίας του καπνού.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, λαμβάνοντας υπόψη τα εγκριθέντα μέτρα (ιδίως τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις)  η Ελλάδα αναμένεται να πετύχει το στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ το 2017, επιτρέποντας να ξεκινήσει το πρόγραμμα για το ελάχιστο εγγυημένο εισοδήμα.

Η ισχυρή απόδοση των εσόδων που παρατηρείται μέχρι στιγμής ιδιαίτερα το 2016, υποστηριζόμενη από τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης, συνεπάγεται πως οι προβλέψεις μπορεί να πάνε και καλύτερα, κάτι που είναι καλός οιωνός για την επίτευξη του στόχου και το 2018.

Οι αρνητικοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν την πιθανότητα ότι οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις του 2017 να απόδοσουν λιγότερο από το αναμενόμενο λόγω της κακής εφαρμογής και τις επιπτώσεις της αβεβαιότητας κατά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Οι αρχές αναμένεται να εγκρίνουν το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής για 2018-2021, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αναπροσαρμογών των δημοσιονομικών πολιτικών που απαιτούνται, για να διασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου του 2018 για 3,5% του ΑΕΠ.

Βρυξέλλες, Θάνος Αθανασίου

Tags: