Κανένα κράτος της ζώνης του ευρώ δεν διαφωνεί με την πρόταση της 22ας Μαΐου, η οποία διατυπώθηκε στο περασμένο Eurogroup, σε σχέση με τον τρόπο συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, μετά και την υποχώρηση των τελευταίων αντιστάσεων στη Γερμανία. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, το ΔΝΤ και Ευρωπαίοι αναμένεται να προσφέρουν στις ελληνικές αρχές μια συμφωνία που θα προβλέπει ότι η δόση των 7,5 δις θα μπορέσει να εκταμιευθεί πριν την 1η Ιουλίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο Π. Τόμσεν και η Κρ. Λαγκάρντ “θα καταθέσουν στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου αίτημα για σύναψη χρηματοδοτικού προγράμματος με την Ελλάδα”, ύψους ως 5 δις και με διάρκεια 18 ή 24 μηνών. 

Όπως αναμένεται να επιβεβαιωθεί σε διάσκεψη του Εuro Working Group που θα διεξαχθεί αργότερα σήμερα, το ΔΝΤ θα εμμείνει στην άποψη ότι θα εκταμιεύσει μόνο μετά το καλοκαίρι του 2018, όταν θα επικυρωθούν τα τελικά στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα θα διατηρήσει το δικαίωμα να μην ζητήσει τα χρήματα και να τερματίσει πρόωρα το πρόγραμμα του ΔΝΤ, λίγους μήνες (1-2) μετά τον τερματισμό του προγράμματος του ESM (Αύγουστος 2018), αν έχει βγει στις αγορές. Η κυβέρνηση θα λάβει  διαβεβαιώσεις ότι η Ευρωπαϊκή πλευρά θα έχει ετοιμάσει για την Ελλάδα ένα πρόγραμμα προληπτικής χρηματοδότησης, για την υποστήριξη της εξόδου στις αγορές. 

Στην βάση των αποφάσεων που συνεχίζουν και ισχύουν (Eurogroup 25 Μαΐου 2016) το δεύτερο από τα τρία στάδια της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους θα εκτελεστεί μόνο με την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος το 2018 - όπως είναι γνωστό εδώ και ένα χρόνο. 

Τις τελευταίες ώρες μάλιστα αναμένεται να ξεκινήσει μια προσπάθεια (που θα ολοκληρωθεί στο τακτικό Euro Working Group σε λίγες μέρες) να δοθεί λίγη μεγαλύτερη σαφήνεια και στα “μάκρο - πρόθεσμα" μέτρα που προέβλεπε η απόφαση του περσινού Eurogroup, αλλά δεν είναι ακόμα γνωστό αν κάτι τέτοιο καταλήξει στα κείμενα της 15ης Ιουνίου. 

Σε σχέση με τα “μέσο - πρόθεσμα” μέτρα αναδιάθρωσης, ο ESM έχει εξαντλήσει τα πιθανά σενάρια, με βάση τα οποία το ελληνικό χρέος θα απομειωθεί κατά άλλες 20 μονάδες μέχρι τη λήξη του (τα βράχυπρόθεσμα έχουν άλλες 20 μονάδες επίπτωση και εκτελέστηκαν τον Ιανουάριο). 

Ωστόσο η διαφωνία με το ΔΝΤ για το ύψος της ανάπτυξης παραμένει. Το ΔΝΤ επιμένει σε ανάπτυξη 1% ως το 2060 και η ΕΕ δεν κατεβαίνει κάτω από το 1,8% με πρωτογενές πλεόνασμα 1,5 και 2 μονάδων του ΑΕΠ - κάτι που δε θεωρείται ανέφικτο. 

Το ΔΝΤ δέχεται να μπει στο ελληνικό πρόγραμμα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αρχίσει τις εκταμιεύσεις μόλις επιβεβαιωθούν τα στοιχεία για την Ελληνική οικονομία. 

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαφορετικές εκδοχές και σενάρια την ανάλυσης της βιωσιμότητας του χρέους θα καταγράφονται σε όλες και στο MEFP ( το μνημόνιο με το ΔΝΤ ) και στο αναθεωρημένο μνημόνιο με τον ESM, ενώ η ΕΚΤ θα κάνει τη δική της ανεξάρτητη ανάλυση. 

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο QE (ποσοτική χαλάρωση) με ομόλογα 3,6 δις επαφίεται αποκλειστικά σε απόφαση του ΔΣ της EKT και δεν θα συζητηθεί στο Eurogroup. Η ΕΚΤ θα πάρει τεχνικά την απόφαση μόνη της, αφού αναλύσει τα ρίσκα επί των ελληνικών ομολόγων. Το QE δεν μπορεί εκ των συνθηκών να αποτελέσει τον τρόπο ή το πάτημα για έξοδο της Ελλάδας στις αγορές (απευθείας νομισματικές μεταβιβάσεις - ΣΛΕΕ). 

Σε σχέση με την ίδια την Ελλάδα, οι ελληνικές αρχές δεν μετέχουν στις συζητήσεις για τα σενάρια αναδιάρθρωσης του χρέους, αλλά μπορούν να βελτιώσουν τη θέση της χώρας ολοκληρώνοντας και τα τελευταία προαπαιτούμενα. Η κυβέρνηση θα ερωτηθεί στο Eurogroup αν αποδέχεται τη λύση, είτε αυτή έχει βελτιωθεί ή όχι. Η μέγιστη βελτίωση μπορεί να αναμένεται είναι το πρόγραμμα του ΔΝΤ να γίνει 18 μηνών και όχι 24, ακολουθούμενο με όσα περιεγράφησαν παραπάνω. Η πλήρης ημερολογιακή ταύτιση των δύο προγραμμάτων θα είναι εξαιρετικά δύσκολη να επιτευχθεί. 

Αν οι συζητήσεις καταρρεύσουν η ΕΕ έχει την πολιτική βούληση (όπως έγραψε το star.gr στις 27 Μαΐου) να διασώσει την Ελλάδα εξετάζοντας δάνειο γέφυρα προς ένα νέο πρόγραμμα με τον ESM. To περίφημο Plan B προς το παρόν εξετάστηκε άπαξ και στη συνέχεια δεν έχει επανέλθει στο προσκήνιο. 

Καλό βεβαίως για την ελληνική υπόθεση και την πορεία της οικονομίας θα ήταν να μην διαταραχθεί η πορεία προς τις αγορές με άλλη μια κρίση με ελληνική υπαιτιότητα (πχ να μην δεχθεί την κοινή πρόταση ΕΕ- ΔΝΤ), διότι τότε για την μη έξοδο στις αγορές δε θα φταίει ούτε το χρέος, ούτε οι πολλαπλασιαστές. 

Καθώς δε οι χρηματοδοτικές ανάγκες τις χώρας είναι εξαιρετικά χαμηλές ως το 2023, η δημιουργία “καμπύλης αποδόσεων” με μικρά ποσά είναι πολύ πιθανή και εφικτή και για αυτό οι επίσημοι φορείς παρακολούθησης του προγράμματος δεν ανησυχούν για την ικανότητα της χώρας να την χτίσει. 

Βρυξέλλες, Θάνος Αθανασίου

Tags: