Οι Βρυξέλλες ετοιμάζονται να σφυρίξουν τη λήξη της κρίσης της ευρωζώνης, μόλις κλείσει και το τελευταίο ανοιχτό κεφάλαιο, αυτό της Ελλάδας. Η ανεργία μειώνεται παντού, σταθερά αν και όχι ιδιαίτερα γρήγορα, το διαθέσιμο εισόδημα, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών αυξάνονται και οι επιχειρηματικές επενδύσεις πολλαπλασιάζονται, ενώ η πλειοψηφία των κρατών μελών έχει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Σε αντίθεση με τις διαδόσεις και τη στρεβλή εικόνα που αναπαράγει μερίδα του Τύπου, τα πραγματικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν σαφώς τι συμβαίνει. 

Η κατάσταση των οικονομιών της ζώνης του ευρώ θα είναι εξάλλου το αντικείμενο των εαρινών οικονομικών προβλέψεων της Κομισιόν, οι οποίες θα δοθούν στη δημοσιότητα στις 11 ώρα Ελλάδος. 

Για την Ελλάδα είναι ήδη γνωστό ότι η πρόβλεψη για ανάπτυξη το 2017 έχει υποβαθμιστεί στο 2% από 2,7% που ήταν στις χειμερινές προβλέψεις. Εξίσου σημαντικό θα είναι και το ποσοστό που θα προβλεφθεί για το 2018 καθώς από το αν θα μείνει στο 3,5% που βρισκόταν στις χειμερινές προβλέψεις ή θα μειωθεί, θα φανεί και η επίπτωση των καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αλλά και η εμπιστοσύνη της ΕΕ στην μεταρρυθμιστική δυναμική στη χώρα. 

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το συνοδευτικό κείμενο για την περιγραφή της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας θα περιέχει πολλά ενθαρρυντικά στοιχεία, θα καταγράφει όμως σαφώς τους κινδύνους εκπλήρωσης του σεναρίου, την πολιτική βούληση και τη πολιτική σταθερότητα. 

Αυτό το σημείο εξάλλου υπήρχε σε όλες τις προβλέψεις τόσο της ΕΕ, όσο και των άλλων οργανισμών, καθιστώντας την εύκολη κριτική “πέφτουν έξω στις προβλέψεις τους” μάλλον άδικη, καθώς η Ελλάδα δεν είχε πολιτική σταθερότητα, σαφή μεταρρυθμιστική βούληση και κοινωνική συναίνεση σε κανένα σημείο της προσαρμογής της. 

Αν μη τι άλλο οι προβλέψεις αυτές θα καταγράφουν διατήρηση της τάσης για πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, μετά το +0,7% του 2016 με αποτέλεσμα να μπορεί να κλείσει και η περίφημη διαδικασία περί υπερβολικού ελλείμματος, όπως πρώτη είχε γράψει η Αgence Europe πριν από τρεις εβδομάδες. 

Εν πάση περιπτώσει άπαντες στην ΕΕ επιθυμούν ηρεμία γύρω από το ελληνικό ζήτημα και φαίνεται πως έχει βρεθεί μια φόρμουλα συνύπαρξης και με το ΔΝΤ. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η δήλωση του Σλοβάκου Υπουργού Οικονομικών από το συνέδριο της EBRD στη Λευκωσία: «Μου φαίνεται ότι ναι, τελικά το ΔΝΤ θα χρηματοδοτήσει την Ελλάδα. Πρέπει να συγχαρούμε την Κριστίν Λαγκάρντ που κατάφερε να πείσει το ΔΝΤ». 

Η δήλωση Κάζιμιρ συνάδει με τη λογική, καθώς η φόρμουλα για την μεσοπρόθεσμη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι λίγο πολύ γνωστή και αποτελεί σήμερα αντικείμενο τεχνικής και όχι πολιτικής διαπραγμάτευσης. 

Όπως έχει μεταδώσει το Star εδώ και μήνες, η τελική φόρμουλα θα συνοδεύεται από έναν υπολογισμό για τη συνολική απομείωση της καθαρής αξίας του χρέους, έναν υπολογισμό των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών ως το 2030 και την αντίστοιχη συμφωνία για τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα. Η τάση είναι η απαίτηση για 3,5% να περιοριστεί στα 4 ή 5 χρόνια (2018, 2019, 2020, 2021 και 2022) και το ποσοστό να πέσει στο 2,5% και 1,5% του ΑΕΠ για τα υπόλοιπα έτη μέχρι το 2030.

Η λίστα των μέτρων της 25ης Μαΐου περιέχει την επιλογή της πρόωρης αποπληρωμής του ΔΝΤ, την επαναγορά των διμερών δανείων από τα κράτη μέλη, την επέκταση ωρίμανσης δανείων, τις μετατροπές των επιτοκίων και την χρηματοδότηση όλων των παραπάνω από χρήματα που θα μείνουν στο πακέτο των 86 δις και τις επιστροφές άλλων 8 ως 10 δις από κέρδη επί ελληνικών ομολόγων. Σε σχέση με την επέκταση της ωρίμανσης και δεδομένου ότι ενδέχεται να δημιουργήσει απώλειες για μια σειρά κράτη μέλη (στα διμερή δάνεια του 2010), η συζήτηση αναμένεται να είναι δυσκολότερη από ό,τι στα άλλα σημεία.

Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι η απόφαση για εξομάλυνση της αποπληρωμής και ελάφρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας ήταν δεδομένη από την σύναψη του προγράμματος τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2015 και η φόρμουλα που έχει επιλεγεί, είχε πάντα τη σύμφωνη γνώμη όλων.

Παρομοίως οι Βρυξέλλες, σήμερα που οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, επιμένουν ότι δημοσίως στην όλη συζήτηση δίνονται διαστάσεις που δεν έχει. Υπενθυμίζουν δε ότι η ίδια η κ. Λαγκάρντ, αλλά και ο κ. Τόμσεν έχουν πρόσφατα δηλώσει ότι στη βάση της μόνης ειλημμένης απόφασης, το τελικό μέγεθος (scope) της αναδιάρθρωσης θα αποφασιστεί το 2018.

Υπό αυτή την έννοια η Σύνοδος των G7 που ξεκινά στην Ιταλία δεν αναμένεται να αφιερωθεί στην ελληνική υπόθεση, η οποία θα αποτελεί μάλλον υποσημείωση. Υπάρχει ενημέρωση πως συναντήσεις μεταξύ των αρμοδίων παραγόντων και των άμεσα εμπλεκόμενων κυβερνήσεων θα γίνουν, όμως η ουσία της υπόθεσης έχει ήδη κριθεί. 

Βρυξέλλες, Θάνος Αθανασίου

Tags: