Ο Γιάννης Πέτσας είναι καλλιτέχνης, ένας ζωγράφος που έχασε σιγά σιγά την όρασή του από μία εκφυλιστική κληρονομική πάθηση κι ένας ρομαντικός που έχασε τη γυναίκα της ζωής του από μία ασθένεια πριν λίγα χρόνια.
Από τότε, όπως είχε μάθει από πάντα άλλωστε, βρίσκει το νόημα της ζωής στη δημιουργία. Δημιουργεί από εικαστικά έργα, πίνακες με γλυπτικό χαρακτήρα φτιαγμένους από υλικά στα οποία αποδίδει μέσω της αφής το συναίσθημά του, μέχρι μυθιστορήματα και τώρα τελευταία… podcasts.

«Οι ιστορίες μου, είναι μάλλον παραληρηματικές, μου κάνουνε συντροφιά. Και δε νομίζω ν’ αφορούν κανέναν, ούτε απ’ τις παρούσες, ούτε απ’ τις επερχόμενες γενεές. Στα δρώμενα που παραθέτω, μ’ αρέσει ν’ ανακατεύω πραγματικούς χαρακτήρες γιατί, δίνουν μια αίσθηση. Κι αυτό το real που λένε κι οι Αμερικανοί, μ’ ιντριγκάρει, είναι προσωπικό θέμα».
Θα φανταζόταν κανείς πως ο Γιάννης θα είχε ανάγκη από κάποιας μορφής ψυχολογική υποστήριξη. Την ανάγκη αυτή όμως για εκείνον την καλύπτει η τέχνη και όταν δοκίμασε να επισκεφθεί κάποιον ψυχολόγο, μέχρι κι εκείνος συμφώνησε.
«Δεν έχω ανάγκη ψυχανάλυσης και να πηγαίνω και να τα ακουμπάω σε κάποιον, μια χαρά αυτοαναλύομαι. Κάνω το δικό μου σινεμά, αν θες. Δίχως να χρειάζομαι εκατομμύρια για μια τρελοπαραγωγή, οπτικά εφέ ή πανάκριβες πρωταγωνίστριες, όλα είναι στο μυαλό μας νομίζω».
Λάτρης της αμερικάνικης λογοτεχνίας και μουσικής των δεκαετιών του ’50 με ‘70 έχει πάρει κάτι από το στυλ της εποχής για να φτιάξει κάτι δικό του.
«Φυσικά έχω πρότυπα. Άλλα τα αφήνω ως έχειν, τιμής έννεκεν. Και άλλα τα αναμειγνύω και φτιάχνω δικά μου χαρμάνια. Μ’ αρέσουν οι ατμόσφαιρες, τα υφάκια, το δήθεν που παριστάνουμε όλοι μας, ενώ το από κάτω, είναι για κλάματα».
Και ως μέρος της προσωπικής ψυχανάλυσής του διηγείται τις ιστορίες της ζωής και του μυαλού του.
«Ναι, είναι ρεαλισμός ίσως. Υπό μία έννοια. Και άλλα πράγματα, μνήμες κυρίως. Ο χώρος κι ο χρόνος που έζησα. Ή που δεν έζησα. Αυτά τα συγχέω. Και με τον ίδιο τρόπο, νομίζω πως ζωγραφίζω. Τα περνάω όλα από σουρωτήρι. Το αποτέλεσμα δεν ξέρω αν πίνεται, προσωπικά είμαι του αντιαλκοολικού πάντως».
Προσπαθεί να παραμένει δραστήριος και να ακολουθεί έναν υγειινό τρόπο ζωής, αν και εργάζεται μέσα σε ένα σύννεφο καπνού από τσιγάρο, σε ένα σκηνικό βγαλμένο από ταινία.
«Κάνω διάδρομο, τρώω περίπου υγειινά και η μόνη παραφωνία μου είναι το ότι καπνίζω. Αλλά κι αυτό, είναι περισσότερο ντεκόρ… έχω την αίσθηση, μια αλητεία, σε στυλ Ντ’ Αλεσάντρο… Τζέιν Μπίρκιν και τα ρέστα. Η τελευταία, να θυμίσω, έπαιζε στην πρώτη «διαφορετική» ταινία που είδα, στο Blowup του Μικελάντζελο Αντονιόνι και φυσικά δεν την ήξερα. Και τώρα που ξέρω, δεν μπορώ να τη δω!»
Ακούει όμως ταινίες, θέατρο και τηλεόραση και είναι επηρεασμένος ειδικά από την έβδομη τέχνη.
«Το φόκους μου είναι το noir, θα μπορούσα να πω, σαν σκηνικό όμως. Δε μ’ ενδιαφέρουν πραγματικά οι αστυνομικές ιστορίες… αν και πρόλαβα να τις διαβάσω, στην Black Mask. Πιο πολύ μ’ ενδιέφερε αυτή η αδρότητα που μου έβγαζε και στα κείμενα, αλλά και στο σινεμά ύστερα, μόνο που στο μυαλό μου το παρατράβηξα, το έκανα πιο Λιντς. Και ασπρόμαυρο πάντα, το έγχρωμο μου φαινότανε πρόστυχο, λίγο ό,τι να ’ναι».
Και όλα αυτά είναι η έμπνευση πίσω από τα podcasts που ετοιμάζει αυτή την περίοδο.
«Ναι, όλα αυτά είναι το υλικό μου σ’ αυτά τα podcast που ετοιμάζω, βάζω ανθρώπους να διαβάζουν εκείνα που γράφω, ξεκινώντας απ’ το τελευταίο που έγραψα, που έφτασε να γίνει 200 σελίδες με 11άρα γραμματοσειρά. Και φυσικά έχω και άλλα».
Όταν τον ρωτάμε γιατί podcast:
«Γράφω πάρα πολλά χρόνια. Κάποιες ιστορίες τις εξέδωσα κάποτε, αλλά ο κόσμος ή δεν έχει χρόνο ή δεν του αρέσει το διάβασμα και είπα να του προτείνω ένα άλλο στερεότυπο, να έχει να παίζει. Και γιατί, εμένα προσωπικά, μ’ αρέσει πολύ να τα ακούω σ’ αυτή τους την εκδοχή, που δεν είναι ανάγνωση, απλώς είναι πιο θεατρικά, ανασαίνουν βρε παιδί μου, ανασαίνουν», μας λέει και κλείνει τη συνέντευξη με ένα… play.