Μπήκε στη μικρή οθόνη και μόνο απαρατήρητος δεν πέρασε! Ο Σωτήρης Κοντιζάς είναι – αναμφισβήτητα - η πιο εξωτική παρουσία όχι μόνο στο Master Chef, αλλά και σε ολόκληρο το τηλεοπτικό πεδίο.

Με πατέρα Έλληνα και μητέρα Γιαπωνέζα, ο 34χρονος σεφ έχει κάνει ολόκληρο τον γυναικείο πληθυσμό να μιλάει για εκείνον, αλλά εκείνος δηλώνει πλήρης με τις δύο γυναίκες που έχει ήδη στη ζωή του: τη σύζυγό του και την 16 μηνών κόρη του.

Σε ένα από τα διαλείμματα των πολύωρων και πολύ απαιτητικών γυρισμάτων της μαγειρικής εκπομπής του Star, ο Σωτήρης Κοντιζάς μίλησε στο star.gr και μας ταξίδεψε στον δικό του κόσμο της γαστρονομίας.

Όταν ο μπαμπάς είναι σεφ, τρώει και το μωρό ιδιαίτερες γεύσεις; Τι θα δοκιμάσει όταν ξεφύγει από τις… φρουτόκρεμες; "Δεν θα γίνει αυτό, γιατί έχουμε την ατυχία να έχει αρκετές αλλεργίες και ό,τι μπορεί να φάει σχεδόν το έχει και τώρα. Έχουμε κάποιους περιορισμούς που ελπίζουμε να τους ξεπεράσουμε".

Αυτό το πρόβλημα, σας έχει οδηγήσει στο να σκεφτείτε πλέον να κάνετε ένα εστιατόριο που να απευθύνεται σε άτομα με τροφικές δυσανεξίες/ αλλεργίες, που τα τελευταία χρόνια αυξάνονται με μαθηματική ακρίβεια; «Μέχρι να παρουσιαστεί αυτό το θέμα με την κόρη μου η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί. Τώρα σίγουρα το σκέφτομαι πολύ πιο σοβαρά».

Υπάρχει διαφορά τελικά ανάμεσα στην μαγειρική που γίνεται σε μια κουζίνα (σπιτιού/ εστιατορίου) και στην κουζίνα της… τηλεόρασης; «Εδώ έχουμε μια μαγειρική εκπομπή. Νομίζω δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο. Οι απαιτήσεις σε μια κουζίνα που λειτουργεί κανονικά, που υπάρχουν παραγγελίες από τους πελάτες που περιμένουν να φάνε είναι ένα τελείως διαφορετικό πράγμα από ότι κάνουμε στο MasterChef. Εδώ είναι διαγωνισμός μαγειρικής, τα παιδιά διαγωνίζονται, έρχονται να δείξουν τι μπορούν να κάνουν. Περισσότερο εμείς έχουμε το ρόλο του ‘πελάτη’ στο MasterChef παρά του μάγειρα. Είναι κάπως αντεστραμμένοι οι ρόλοι».

Έχετε βρεθεί ποτέ στη θέση των παιδιών, στα πρώτα σας βήματα; Να σας κάνουν κριτική δηλαδή, όχι σε τηλεοπτικό πλαίσιο, αλλά σε πιο διαπροσωπικό επίπεδο. «Σίγουρα το έχουμε περάσει, όλοι οι μάγειρες έχουμε κριθεί. Κάποιες κριτικές, στα εστιατόρια, το καταλαβαίνεις ότι είναι κακοπροαίρετες, υπάρχουν και οι καλοπροαίρετες. Το σημαντικό είναι όταν είσαι σε μια κουζίνα να βελτιώνεσαι μέσα από αυτές τις κριτικές, να μην τις αφήνεις να σε καταβάλλουν. Να βλέπεις ότι ο άλλος όταν λέει κάτι το λέει για κάποιο λόγο. Το θέμα είναι πώς το αντιμετωπίζεις όλο αυτό. Αν έχω κάτι στο μυαλό μου ένα πιάτο, που θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ ωραίο και 15 συνεχόμενοι πελάτες λένε ότι δεν μπορούν να το φάνε, δεν το καταλαβαίνουν, δεν τους αρέσει κάτι, αυτό σιγουρά κάτι σημαίνει. Ίσως δεν είναι έτοιμοι για αυτό το πιάτο, ίσως το πιάτο μου να μην είναι καλό. Το θέμα είναι να το αλλάζεις αυτό, να μην είσαι τόσο εγωιστής που να λες ‘όχι αυτό είναι και φάτε το’».

Ιαπωνική κουζίνα και ελληνική. Μπορούν τελικά να συνυπάρξουν και να συνδυαστούν; «Αυτό είναι κάτι που θεωρώ ότι κάνω στο Nolan (το εστιατόριο στο οποίο οι πελάτες έχουν την ευκαιρία να γευτούν πιάτα που φέρουν την υπογραφή του). Όχι συγκεκριμένα ιαπωνική, γενικά ασιατική. Έχει όμως πάρα πολλά ιαπωνικά στοιχεία. Ο πατέρας μου είναι Έλληνας, η μητέρα μου Ιαπωνέζα κι αυτή είναι η κουζίνα που βγήκε από μέσα μου. Έτσι μεγάλωσα κι αυτό το σερβίρουμε. Το θέμα είναι να το καταλάβει και ο πελάτης και να φύγει πλουσιότερος κατά μια εμπειρία. Να νιώσει ότι τον περιποιηθήκαμε, ότι έφαγε κάτι διαφορετικό».

Όσο για το ποια είναι η περίεργη μίξη που μπορεί να βγει αν ιαπωνική και ελληνική κουζίνα γίνουν ένα; «Νομίζω ότι ήταν όταν συνδυάσαμε το ζωμό ντάσι με παλαμίδα αλμυρά και σταμναγκάθι, ανάλογα την εποχή και σουτζούκι. Αν και το σουτζούκι είναι αρμένικο, είναι κάτι γνωστό στην ελληνική κουζίνα. Οπότε ο συνδυασμός του ιαπωνικού ζωμού με τα χόρτα και το αλλαντικό ήταν κάτι ιδιαίτερο».

Τελικά η μαγειρική ποια από τις πέντε αισθήσεις απαιτεί να έχει ένας σεφ πιο αυξημένη; «Πλέον η θέση του μάγειρα, αποφεύγω τον όρο σεφ, ας πούμε ο υπεύθυνος κουζίνας για να τρέξει σωστά ένα εστιατόριο απαιτεί συνδυασμό όλων των αισθήσεων. Έχει μπει πολύ το μυαλό και η οργάνωση σε αυτό. Κάποτε μπορεί να αρκούσε ο μάγειρας να έχει ένα καλό χέρι, να ξέρει να βάζει τη σωστή ποσότητα αλατιού ή αν θέλει να κάνει κάτι διαφορετικό, να βάλει λίγη φαντασία. Πλέον έχουν γίνει πολλά από αυτά, πολλά θεωρούνται πλέον δεδομένα και είναι η συνολικότερη εμπειρία που αποκομίζει ο πελάτης, ότι ήρθε πέρασε καλά, είχε μια εμπειρία στο σύνολό της. Και αυτό δεν απαιτεί εγώ (ως σεφ εννοεί) να μπορώ να μυρίζω καλά ή να συνδυάζω υλικά και γεύσεις, αλλά παίζει ρόλο ακόμα και η ροή των πιάτων στο τραπέζι, με ποια σειρά θα βγούνε, πώς θα είναι το σέρβις. Δεν μπορείς να διαχωρίσεις γεύση, αφή, ακοή, όραση…».

 

Συνέντευξη στην Κάσσι Φιλιππιτζή

email: k.filippitzi@star.gr

 

Tags: