Mόλις 70 ημέρες και σήμερα απέμειναν για την εξασφάλιση έκπτωσης φόρου στο αφορολόγητο. Υπενθυμίζεται ότι δικαιούχοι της έκπτωσης φόρου είναι όσοι μισθωτοί, συνταξιούχοι και κατ΄ κύριο επάγγελμα αγρότες εξοφλούν ένα ποσοστό του εισοδήματος τους (10% έως και 18,75%) με πλαστικό χρήμα ή με άλλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Αυτοί λοιπόν μπορούν να επωφεληθούν έκπτωση που κυμαίνεται από 1.900 έως 2.100 ευρώ.

Τι υπολογίζεται στις δαπάνες

Στις δαπάνες περιλαμβάνονται όλα σχεδόν τα έξοδα για αγορές καταναλωτικών αγαθών και παροχή υπηρεσιών, ακόμη και οι δαπάνες για πληρωμές λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, τηλεφώνων, Ιnternet, κοινοχρήστων, ασφαλίστρων υγείας, κατοικίας και αυτοκινήτων. Ελάχιστες είναι οι δαπάνες που εξαιρούνται: τα ενοίκια, δόσεις δανείων, τα τέλη κυκλοφορίες, αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων, σκαφών αναψυχής, πληρωμή φόρων, αγορές μετοχών.

Πώς υπολογίζεται το αφορολόγητο

Οι φορολογούμενοι θα πρέπει να έχουν συγκεντρώσει το ελάχιστο ποσό των απαιτούμενων αποδείξεων ως εξής:

-10% για εισόδημα έως 10.000 ευρώ.

- 15% για εισόδημα από 10.000,01 έως 30.000 ευρώ

- 20% για εισόδημα από 30.000,01 και άνω.

Τι γίνεται σε περίπτωση μη κάλυψης του ποσού – Ο επιπλέον φόρος

Υπενθυμίζεται ότι σε κάθε περίπτωση μη κάλυψης του ποσού δαπάνης που αντιστοιχεί στο ισχύον κατά περίπτωση ποσοστό επί του εισοδήματος, το «ακάλυπτο» ποσό θα φορολογείται με 22%.

Για παράδειγμα, φορολογούμενος με εισόδημα 12.000 ευρώ, πραγματοποιεί το 2017 πληρωμές με πλαστικό χρήμα 500 ευρώ, αντί των απαιτούμενων ύψους 1.300 ευρώ. Στη διαφορά των 800 ευρώ επιβάλλεται συντελεστής 22% και προκύπτει επιπλέον φόρος 176 ευρώ.

Πώς κατανέμεται η έκπτωση από 1.900 ευρώ έως 2.100 ευρώ

Σύμφωνα με τα όσα διευκρινίζονται στην εγκύκλιο για τα εισοδήματα που αποκτώνται εντός του τρέχοντος έτους η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει τα εξής:

Σε κάθε περίπτωση εισοδήματος που προέρχεται από μισθούς ή συντάξεις, κατά τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος, εκπίπτει από τον αναλογούντα φόρο ένα ποσό, το οποίο διαμορφώνεται έως τα 1.900-2.100 ευρώ. Αυτή η έκπτωση φόρου διαμορφώνεται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν το φορολογούμενο, καθώς και ανάλογα με το ακριβές ύψος του εισοδήματός του από μισθωτές υπηρεσίες.

Ειδικότερα:

α) Για κάθε φορολογούμενο που δεν βαρύνεται με εξαρτώμενα τέκνα, η μείωση ή έκπτωση φόρου φθάνει μέχρι τα 1.900 ευρώ.

β) Για κάθε φορολογούμενο που βαρύνεται με 1 εξαρτώμενο τέκνο, η έκπτωση φόρου φθάνει μέχρι τα 1.950 ευρώ.

γ) Για κάθε φορολογούμενο που βαρύνεται με 2 εξαρτώμενα τέκνα, η έκπτωση φόρου φθάνει μέχρι τα 2.000 ευρώ.

δ) Για κάθε φορολογούμενο που βαρύνεται με 3 ή περισσότερα εξαρτώμενα τέκνα, η έκπτωση φόρου φθάνει μέχρι τα 2.100 ευρώ.

Το ανώτατο ποσό μείωσης ή έκπτωσης φόρου των 1.900, 1.950, 2.000 ή 2.100 ευρώ δικαιούται, κατά περίπτωση, κάθε φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, το οποίο φθάνει μέχρι τις 20.000 ευρώ, εφόσον το εισόδημα αυτό υπερβαίνει:

● τα 8.636 ευρώ για όποιον δεν βαρύνεται με τέκνα,

● τα 8.863 ευρώ για όποιον βαρύνεται με 1 τέκνο,

● τα 9.090 ευρώ για όποιον βαρύνεται με 2 τέκνα και

● τα 9.545 ευρώ για όποιον βαρύνεται με 3 ή περισσότερα τέκνα.

Αν το εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις είναι χαμηλότερο του ισχύοντος κατά περίπτωση παραπάνω ορίου, τότε η έκπτωση ισούται με το φόρο που αναλογεί, δηλαδή με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του εισοδήματος επί τον ελάχιστο συντελεστή φόρου 22%, τον οποίο προβλέπει η κλίμακα φορολογίας των μισθών και των συντάξεων.

Αν το εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις είναι μεγαλύτερο των 20.000 ευρώ, τότε το ποσό της ισχύουσας κατά περίπτωση έκπτωσης (των 1.900 ή των 1.950 ή των 2.000 ή των 2.100 ευρώ) μειώνεται κατά το 1% του ποσού της διαφοράς μεταξύ του εισοδήματος και των 20.000 ευρώ.

Tags: