Το Πρόγραμμα Σίτισης και Προώθησης Υγιεινής Διατροφής- ΔΙΑτροφή αποτελείται από ανθρώπους του Ινστιτούτου Prolepsis, που είναι μία αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που δραστηριοποιείται στο χώρο της ιατρικής έρευνας, και του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Στόχος του είναι να παρέχει σίτιση σε παιδιά που βιώνουν επισιτιστική ανασφάλεια, μέσα από ένα δωρεάν μικρό, υγιεινό γεύμα που μοιράζεται σε όλους τους μαθητές κάθε σχολείου του προγράμματος καθημερινά, και να προάγει την υγιεινή διατροφή, ενθαρρύνοντάς τους, μαζί με τις οικογένειές τους, να υιοθετήσουν υγιεινές διατροφικές συνήθειες που θα ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή. 

Στα ηνία του προγράμματος ΔΙΑτροφή, η Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος Ινστιτούτου Προληπτικής, Περιβαλλοντολογικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis, κα Αθηνά Λινού.

Η κα Λινού μίλησε αποκλειστικά στο star.gr για το πρόγραμμα που ταΐζει καθημερινά πάνω από 10.000 παιδάκια, για τις διατροφικές συνήθειες που οφείλουμε να υιοθετήσουμε, για το πώς η διατροφή μας επηρεάζεται από την οικονομική κρίση και για το πού πρέπει να δώσουμε προσοχή.

Τα σχολεία που συμμετέχουν στο πρόγραμμα επιλέγονται με βάση δημόσια στοιχεία, που αφορούν το μέσο εισόδημα των κατοίκων της περιοχής, με βάση τον ταχυδρομικό κώδικα, την ανεργία στο νομό που βρίσκεται το σχολείο, την επισιτιστική ανασφάλεια είτε στο ίδιο σχολείο είτε σε κοντινά, με βάση ερωτηματολόγια που δίνονται στους γονείς, και στοιχεία που δίνουν οι εκπαιδευτικοί, που εκτιμούν το ποσοστό πείνας στους μαθητές τους. Όλα αυτά τα στοιχεία μπαίνουν σε έναν αλγόριθμο και τα σχολεία κατατάσσονται ανάλογα με την ανάγκη. «Έπειτα, με βάση το ποσό χρημάτων που έχουμε καταφέρει να εξασφαλίσουμε, εντάσσουμε τα σχολεία στο πρόγραμμα. Από τη στιγμή που ένα σχολείο θα ενταχθεί, όλα τα παιδιά του σχολείου παίρνουν καθημερινά ένα γεύμα» εξηγεί η κα Λινού.

Οι πιο προβληματικές περιοχές είναι το κέντρο της Αθήνας, ο Πειραιάς, ο Ασπρόπυργος, η Νίκαια και κάποιες πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης, όπως η Μενεμένη. Στο πρόγραμμα εντάσσονται, φυσικά, σχολεία από πολλές περιοχές της χώρας, από την Πελοπόννησο, από τη Στερεά Ελλάδα, τη Δυτική Μακεδονία κτλ.

Τα γεύματα που λαμβάνουν τα παιδιά καθορίζονται από ειδικευμένους διαιτολόγους και παιδιάτρους, που εργάζονται στο Ινστιτούτο Prolepsis, οι περισσότεροι εκ των οποίων, μάλιστα, έχουν και διδακτορικό, και τεχνολόγους τροφίμων. Οι τεχνολόγοι τροφίμων, μαζί με γιατρούς δημόσιας υγείας, καθορίζουν και τις τεχνικές προδιαγραφές κάθε γεύματος. «Έτσι, συνήθως, δίνουμε κάθε μέρα γάλα ή γιαούρτι, κάθε μέρα φρούτο και ή ένα σάντουιτς ή μια πίτα με λαχανικά, έτσι ώστε τα παιδιά να μπορούν να πάρουν αρκετές πρωτεΐνες, σχεδόν το 100% του ποσοστού που χρειάζονται, μεγάλο ποσοστό των βιταμινών επίσης που χρειάζονται, ιχνοστοιχεία, σίδηρο κι ασβέστιο. Έτσι, ακόμα κι αν το βράδυ που θα πάνε σπίτι, αν φάνε κάτι χαμηλής διατροφικής αξίας, όπως βρασμένα μακαρόνια, ψητές πατάτες ή σκέτο ρύζι, να έχουν καλύψει τις διατροφικές τους ανάγκες με το γεύμα που πήραν το πρωί από εμάς» λέει η κα Λινού.

Καθορίζονται, επιπλέον, προδιαγραφές που είναι σύμφωνες με τους κανόνες υγιεινής διατροφής και τους διατροφικούς οδηγούς. Για παράδειγμα, η ζύμη με την οποία γίνονται οι πίτες ή το ψωμί για τα σάντουιτς είναι ολικής αλέσεως, χρησιμοποιείται αποκλειστικά παρθένο ελαιόλαδο, δεν χρησιμοποιούνται άλλες ουσίες όπως μαργαρίνη, η περιεκτικότητα του κάθε τροφίμου είναι περιορισμένη σε αλάτι και ζάχαρη. «Έτσι, υπάρχει μια συνολική υγιεινή προσέγγιση και τα παιδιά μαθαίνουν να τρώνε υγιεινά, όχι μόνο να τρώνε».

Η κα Λινού είναι κάθετη: η σωστή διατροφή στα παιδιά είναι το Α και το Ω «και για να εξασφαλιστεί η υγεία και η ανάπτυξη του παιδιού, να μην αποκτήσουν, δηλαδή, κάποιο στερητικό πρόβλημα, όπως αναιμία, αν τα τρόφιμα δεν έχουν αρκετό σίδηρο, ή να μην μπορούν να ψηλώσουν. Είναι πολύ σημαντικό να μην αναπτυχθούν συνήθειες, οι οποίες είτε προκαλούν άμεσα παχυσαρκία είτε θα οδηγήσουν σε αυτή αργότερα, στην ενήλικη ζωή, με πολύ μεγάλο αριθμό νοσημάτων».

Η κρίση σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της και το πρόγραμμα ΔΙΑτροφή δεν αποτελεί εξαίρεση. Λαμβάνεται, παρ’ όλ’ αυτά, καθημερινά δείγμα από τα γεύματα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που προετοιμάζουν τα γεύματα τηρούν όλες τις προδιαγραφές κι, επίσης, ότι η ποσότητα του γεύματος είναι αυτή που πρέπει. «Για ένα φρούτο, για παράδειγμα, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 180 γραμμάρια, παίρνουμε τυχαίο δείγμα φρούτων, δεν ξέρει, δηλαδή, το σχολείο ότι θα πάει κάποιος, και τα ζυγίζουμε. Παίρνουμε δείγματα και του γάλακτος και του τυριού ή του σάντουιτς και τα στέλνουμε σε ειδικό εργαστήριο για να δούμε αν τηρούν τις προδιαγραφές, τόσο από πλευράς περιεκτικότητας, όσο και ποσότητας».

Η κρίση, όμως, έχει επηρεάσει δραματικά και τη διατροφή μας, ιδίως στις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις. Η κα Λινού εξηγεί ότι, λόγω της παρούσας οικονομικής κατάστασης, «ένα μεγάλο μέρος των οικογενειών είτε έχουν αλλάξει το είδος του φαγητού είτε το μέγεθος της μερίδας ή έχουν μειώσει τον αριθμό των γευμάτων, ώστε να μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Αυτό, βέβαια, έχει τρομερές συνέπειες στη διατροφή των παιδιών. Αρνητικές συνέπειες».

Μπορούμε, όμως, να προσέχουμε τη διατροφή μας, ακόμα και με τις νέες οικονομικές συνθήκες. «Οι οικογένειες μπορούν να αγοράζουν γεύματα φτηνά και υγιεινά. Εμείς, με τη χορηγία Ελλήνων σεφ, είχαμε φτιάξει παλιότερα έναν ‘τσελεμεντέ’, ένα βιβλίο με συνταγές, που είχαν σαν περιορισμό να ακολουθούν τις απαραίτητες διατροφικές προδιαγραφές, αλλά να είναι πολύ περιορισμένου κόστους. Έτσι, μπορεί κανείς να φάει φτηνό, μικρό ψάρι, που είναι, ίσως, και πιο ευεργετικό από τα μεγάλα ψάρια, μπορεί να καταναλώνει κοτόπουλο, μπορεί να παίρνει τα λαχανικά και τα φρούτα του στο τέλος της λαϊκής, που έχουν πέσει οι τιμές, να επαναχρησιμοποιούνται τα τρόφιμα, να μην πετούν τίποτα. Έτσι, ένα νοικοκυριό έχει δυνατότητες να βελτιώσει τη διατροφή του. Από την άλλη, πρέπει να υπάρξει μεγάλη προσπάθεια από το κοινωνικό κράτος να προσφέρει στα παιδιά».

«Εμείς είμαστε τυχεροί» υποστηρίζει η κα Λινού, «γιατί πολλοί άνθρωποι μάς συνδράμουν. Εκτός από τη συνδρομή αυτή, των ιδιωτών ή των εταιριών, έχουμε συμφωνία με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος ότι για κάθε σχολείο που χρηματοδοτεί το πρόγραμμά μας, εκείνο χρηματοδοτεί άλλο ένα. Αν έχουμε, δηλαδή, χρήματα να καλύψουμε ένα σχολείο, το Ίδρυμα καλύπτει άλλο ένα, ίδιου μεγέθους».     

Το πρόβλημα, όμως, παραμένει μεγάλο. Οι αιτήσεις των σχολείων για ένταξη στο πρόγραμμα ξεπερνούν τις 2.000, που αντιστοιχούν περίπου σε 100.000 παιδιά. «Έχουμε τη δυνατότητα, με τα χρήματα που έχουμε εξασφαλίσει και με τη βοήθεια των εθελοντών μας, να εξασφαλίζουμε φαγητό καθημερινά για 11.500 παιδιά που φοιτούν σε 156 σχολεία σε όλη την Ελλάδα».

Στο πρόγραμμα μπορεί να βοηθήσει ο καθένας, καταθέτοντας οποιοδήποτε ποσό. «Υπάρχουν εταιρείες που επιλέγουν ένα σχολείο στην περιοχή τους και χορηγούν, με το μισό ποσό που χρειάζεται για να σιτιστούν τα παιδιά. Έχουμε, επίσης, πολλούς μικρούς χορηγούς, ιδιώτες, πράγμα συγκινητικό, που ξέρουν ότι με περίπου 1,5 ευρώ, θα φάνε δύο παιδιά την ημέρα, μαζί με τη χορηγία του Ιδρύματος  Σταύρος Νιάρχος. Με 4,5-5 ευρώ, θα φάει ένα παιδί για όλη την εβδομάδα. Είναι πολύ συγκινητικό ότι άνθρωποι που περνούν κρίση, όπως όλοι μας σήμερα, δίνουν από το υστέρημά τους σε παιδιά που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη».

 

από τη Μαρία Ανδρικάκη

m.andrikaki@star.gr

Tags: