Μαίρη Λίντα: Η Αμερική, το βραχιόλι κι ο χωρισμός με τον Μανώλη Χιώτη

«Αισθάνθηκα απίστευτες τύψεις και βαθιές ενοχές...»

Δείτε βίντεο για τον θάνατο της Μαίρης Λίντα από το Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων του Star

Η σχέση της Μαίρης Λίντα και του Μανώλη Χιώτη δεν υπήρξε απλώς ένα από τα πιο εμβληματικά κι επιτυχημένα κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αλλά ένας βαθύς, αληθινός έρωτας που σημάδειψε ανεξίτηλα τη ζωή της σπουδαίας ερμηνεύτριας. Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1958 και δημιούργησε ένα ασυναγώνιστο καλλιτεχνικό δίδυμο με τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το 1964, το διάσημο ζευγάρι ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η αποδοχή του κοινού ήταν σαρωτική. Έφτασαν μέχρι τον Λευκό Οίκο, τραγουδώντας ενώπιον του προέδρου Λίντον Τζόνσον, ενώ τους απονεμήθηκε και πράσινη κάρτα παραμονής. Ωστόσο, πίσω από τη λάμψη των εμφανίσεων, η σχέση τους δοκιμαζόταν σκληρά. Η απόσταση από την πατρίδα, η καθημερινή τριβή, αλλά κυρίως η παθολογική ζήλια του συνθέτη, δημιούργησαν ανυπέρβλητα προβλήματα. Όπως είχε εξομολογηθεί η ίδια, ο Χιώτης τη ζήλευε υπερβολικά, σε σημείο που δεν τολμούσε ούτε να κοιτάξει ούτε να μιλήσει με κάποιον, με αποτέλεσμα οι καβγάδες τους να είναι συχνοί κι έντονοι.

Μαίρη Λίντα: Ο φόνος της μητέρας της, η κόρη της & ο χωρισμός με τον Χιώτη

Ο χωρισμός για ένα βραχιόλι

Παράλληλα, ο χωρισμός τους τροφοδοτήθηκε από μια συμπεριφορά του συνθέτη που πλήγωνε βαθιά τη τραγουδίστρια. Σε κάθε γιορτή της, ο Χιώτης της δώριζε ένα πολύτιμο βραχιόλι, όμως κάθε φορά που διαφωνούσαν, είχε τη συνήθεια να της το ζητάει πίσω. Αφού αυτό συνέβη αρκετές φορές, η Λίντα τον προειδοποίησε πως την επόμενη φορά μαζί με το κόσμημα θα του έδινε και διαζύγιο. «Την έβδομη φορά του είπα: "Μανώλη μου, μην το ξαναπείς, γιατί την επόμενη φορά μαζί με το βραχιόλι θα σου δώσω και διαζύγιο"», είχε εξομολογηθεί.

Εκείνος προσπάθησε να το διασκεδάσει με χιούμορ και της απάντησε με χιούμορ: «Έλα βρε χαζή, αφού για εσένα το πήρα το βραχιόλι».. Στον επόμενο καβγά, όταν εκείνος ζήτησε ξανά το βραχιόλι, η Μαίρη Λίντα του το παρέδωσε, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε οριστικά. Εκείνη την ημέρα έμεινε στο σπίτι της φίλης της χορεύτριας Ρένα Ντόρες, ενώ τραγούδησε μαζί του για πρώτη φορά στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια ο Χιώτης πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο που διέμενε, παρακαλώντας τη γονατιστός να γυρίσει πίσω.

Χρόνια αργότερα εξηγούσε πως εκείνη η απόφαση συνδέθηκε και με μια βαθύτερη ανάγκη ανεξαρτησίας. «Είχα μεγαλώσει και δεν μπορούσα πλέον οι άλλοι να αποφασίζουν για μένα», είχε δηλώσει, παραδεχόμενη ότι, όσο επώδυνη κι αν ήταν η επιλογή της, ένιωθε πως έπρεπε να πάρει η ίδια τη ζωή στα χέρια της.

Μαίρη Λίντα: «Θα σε παντρευτώ όταν φτάσεις μέχρι τον ώμο μου»

Ο Μανώλης Χιώτης δεν αποδέχτηκε ποτέ τον χωρισμό. Πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο όπου διέμενε εκείνη στις ΗΠΑ και την παρακαλούσε να επιστρέψει, όμως οι γέφυρες είχαν πλέον κοπεί. Η τελευταία τους κοινή εμφάνιση στο πάλκο έγινε το καλοκαίρι του 1967 στο κέντρο Σεραφίνο. Σε μια στιγμή φορτισμένη συγκινησιακά, όταν το κοινό φώναξε στον Χιώτη να τη φιλήσει για τη γιορτή της, εκείνος λύγισε, άφησε το μπουζούκι κι αποχώρησε κλαίγοντας από τη σκηνή. Ήταν η τελευταία φορά που συναντήθηκαν.

«Πέθανε τρία χρόνια μετά κι ένιωσα απίστευτες τύψεις»

Τρία χρόνια αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1970, ο σπουδαίος μουσικός έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία μόλις 50 ετών. Η απώλειά του βάρυνε τη Μαίρη Λίντα με αβάσταχτες τύψεις και βαθιές ενοχές. Πίστευε ακράδαντα πως αν παρέμεναν μαζί, ο Χιώτης δε θα είχε φύγει τόσο γρήγορα, καθώς μετά τον χωρισμό τους άρχισε να πίνει και να καπνίζει περισσότερο, επιβαρύνοντας ανεπανόρθωτα την υγεία του. «Πέθανε τρία χρόνια μετά τον χωρισμό μας. Αισθάνθηκα απίστευτες τύψεις και βαθιές ενοχές. Πιστεύω πως αν συνεχίζαμε να είμαστε μαζί, ο Μανώλης δεν θα είχε φύγει τόσο γρήγορα. Ναι, μετάνιωσα. Όμως, το ποτάμι δε γυρίζει πίσω», είχε πει σε συνέντευξή της.

Μέχρι το τέλος της ζωής της δε σταμάτησε να μετανιώνει για εκείνη την απόφαση, χαρακτηρίζοντας τον χωρισμό ως το μεγαλύτερο λάθος της και παραδεχόμενη πως ο Χιώτης παρέμεινε ο μοναδικός άνθρωπος της ζωής της, η απώλεια του οποίου δεν έπαψε ποτέ να την πονάει.