StarLight - Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: «Το σινεμά είναι κάτι υπαρξιακό...»

Όσα είπε ο γνωστός κριτικός κινηματογράφου με αφορμή το πρώτο του βιβλίο

Δείτε φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου Όσκαρ

Δεν είναι μόνο οι γνώσεις κι η ματιά του που τον έχουν αναδείξει σε έναν από τους πιο έγκριτους κριτικούς κινηματογράφου εδώ και χρόνια. Η ευγένεια, το επικοινωνιακό χάρισμα και το χιούμορ που τον χαρακτηρίζουν έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη του... σιναφιού του, δηλαδή των δημοσιογράφων κι όσων κινούνται στον χώρο των media.

Είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί του στο παρελθόν, στο κυριακάτικο ένθετο του Ελεύθερου Τύπου, κι ήταν -χωρίς καμία δημοσιογραφική... υπερβολή- μια από τις καλύτερες συνεργασίες που είχα. Κι ας κράτησε λίγο... Σχεδόν 13 χρόνια μετά, χάρηκα πολύ που το πρώτο του βιβλίο (άργησε Παναγιώτη... όλοι σου το λέμε) βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων και -μάλιστα- σκίζει!

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης έχει πολλά να πει χωρίς φόβο, αλλά με πολύ -κινηματογραφικό- πάθος, στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Σχεδόν 450 σελίδες γεμάτες σινεμά. Αλήθεια Παναγιώτη, απορώ γιατί δεν είχες βγάλει βιβλίο εδώ και τόσα χρόνια;

Περίμενα πραγματικά να ωριμάσει κάτι μέσα μου, να είναι ακριβώς οι συνθήκες εκείνες που εγώ θα ήθελα για να γράψω ένα βιβλίο. Διότι να έγραφα επειδή γράφουν κι οι άλλοι, αυτό δε θα το έκανα. Από την άλλη, μου το είχαν ζητήσει κατά καιρούς διάφοροι κι εγώ είχα αποτανθεί, αλλά όλοι ζητούσαν πράγματα τα οποία δε με αντιπροσώπευαν κι εγώ δεν καταδεχόμουν καν. Κάτι κουτσομπολιά, τι φόραγε ο ένας, τι φόραγε ο άλλος, ποιους σταρ είδες κ.λπ. Ε, δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο.

Όταν βρέθηκαν λοιπόν οι άνθρωποι —και σε αυτό βοήθησε πολύ το pantimo.gr, η ιστοσελίδα μου, όπου εκεί είχα αρχίσει να γράφω πράγματα πιο αναλυτικά που στην εφημερίδα δεν μπορούσα λόγω χώρου— αποφάσισα να ενδώσω. Με πλησίασαν από τον εκδοτικό οίκο Πεδίο, πρώτα ο Αντώνης Τουμανίδης που με έφερε σε επαφή με τους εκδότες, και μου είπαν ότι «αυτά που γράφεις είναι σαν εγκυκλοπαίδεια κι εμείς θα θέλαμε να την έχουμε». Οπότε ξεκινήσαμε τη συνεργασία και προχωράμε. 

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: Στην παρουσίαση του βιβλίου του, Όσκαρ!

Δύο δεκαετίες στα Όσκαρ. Ποια ή ποιες ήταν οι πιο δυνατές σου στιγμές στα βραβεία; Ξεχωρίζεις κάποια;

Η πιο δυνατή στιγμή μου στα βραβεία είναι αυτό που συμβαίνει πάντα, θεωρώ, στις περισσότερες περιπτώσεις: η πρώτη. Εκεί που πας πρώτη φορά, που δεν ξέρεις αν θα υπάρξει δεύτερη κι αισθάνεσαι ότι σου έχει αποκαλυφθεί ένας κόσμος που τον είχες μόνο μέσα στο όνειρό σου ή στο μυαλό σου, φτιαγμένο ως ανέγγιχτο.

Αυτό ξαφνικά γίνεται πραγματικότητα. Πας εκεί, ζεις αυτόν τον κόσμο τον μαγικό και τον περίεργο, συναισθάνεσαι ότι είσαι εκεί... Έχεις περάσει διάφορες φοβίες όταν σου συμβαίνει, γιατί πάντα οι άνθρωποι τρομάζουμε στην υπέρβαση, κι αυτή είναι η πιο δυνατή στιγμή. Όταν ακολούθησαν κι άλλες, όπως συνέβη στην περίπτωσή μου που κράτησε 21 χρόνια, οι επόμενες δεν ήταν με την ίδια μορφή συνταρακτικές, ήταν όμως συνταρακτικές σε άλλα πράγματα. Είχαν να κάνουν με τα γύρω από τα Όσκαρ, με τη μάθηση και τη γνώση πάνω στον κινηματογράφο, με τους ανθρώπους που γνώρισα, τις συζητήσεις που έκανα και που με έβαζαν στα «μαθήματά» τους — γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν έδρες, διδάσκουν σε πανεπιστήμια και μάλιστα πολύ εξειδικευμένες σπουδές. Αυτά ήταν για εμένα τα συγκλονιστικά κομμάτια της ιστορίας.

Δεν είσαι και κουτσομπόλης, να σε ρωτήσουμε για έρωτες και τέτοια… (γέλια)

Όχι, κουτσομπόλης δεν είμαι (γέλια). Δεν ασχολούμαι με αυτά... Δε λέω ότι δεν είμαι περίεργος ως άνθρωπος, ότι είμαι ένας Βούδας, αλλά δεν είναι το ζητούμενό μου αυτό. Δε μου έχουν καταγραφεί πράγματα για να τα κάνω αναπαραγωγή. Πιο πολύ βαρετές θα έλεγα ότι είναι οι διηγήσεις μου κι οι αφηγήσεις μου, γι' αυτό και το βιβλίο είναι μέσα από τα Όσκαρ, αλλά τα Όσκαρ είναι ένα πρόσχημα για να μιλήσω για το σινεμά.

Στο βιβλίο αφιερώνεις χώρο και στους Έλληνες δημιουργούς, από την Παξινού και τον Χατζιδάκι μέχρι τις πρόσφατες επιτυχίες του Λάνθιμου. Τι είναι αυτό που έκανε τον Λάνθιμο να «σπάσει» τα σύνορα και να γίνει οργανικό μέλος της Ακαδημίας, σε αντίθεση με άλλους σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες;

Στους Έλληνες δημιουργούς την ανάλυση αυτή την όφειλα, γιατί ήταν κάτι άγνωστο. Ήξεραν ότι έχει πάρει ένα Όσκαρ η Παξινού κι ένα ο Χατζιδάκης. Εγώ ασχολήθηκα με όλους όσοι πήραν και μάλιστα έχω κάνει ανάλυση στη χρονιά του καθενός, στις πέντε υποψηφιότητες με βάση το επίτευγμα του δικού μας, του Έλληνα ή της Ελληνίδας που κέρδισε· ποιο ήταν αυτό και ποια ήταν τα αντίπαλα επιτεύγματα με τα οποία συναγωνίστηκαν. Θεωρώ ότι το όφειλα και το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ.

Η Κατίνα Παξινού είναι η μία και μόνη Ελληνίδα ηθοποιός που έχει πάρει Όσκαρ. Η Μελίνα Μερκούρη, όμως, είναι η μία και μόνη ηθοποιός που έχει πάρει βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών αφενός, κι αφετέρου με αυτήν την ερμηνεία βρέθηκε υποψήφια στα Όσκαρ, η δεύτερη Ελληνίδα στην ιστορία μετά την Παξινού. Απλά, έτσι όπως είναι η ιεραρχία, η Παξινού ήταν αυτή που πήρε το αγαλματίδιο, η Μελίνα είχε την υποψηφιότητα. Αυτό δείχνει τη βαρύτητα του Όσκαρ, αλλά και το ότι η Μελίνα Μερκούρη δεν ήταν τυχαία... στο κάτω κάτω, βραβείο στις Κάννες έχει.

Τώρα, ως προς τον Λάνθιμο, συνέβη αυτό που συμβαίνει όταν ανακαλυφθεί ένα ταλέντο, κι ειδικά όταν αυτό φέρνει κάτι καινούργιο που δεν έχει ξαναγίνει. Είναι ένας που ήρθε από μακριά, δεν είναι κάποιος που δούλευε εξαρχής στη βιομηχανία. Έφερε ένα δικό του «πράγμα» για το οποίο οι κινηματογραφιστές όλων των ειδικοτήτων ενδιαφέρθηκαν. Είδαν ότι ήταν κάτι ξεχωριστό, κάτι που ενδιαφέρει την κινηματογραφική ολότητα —αυτό που λέμε Ακαδημία— δηλαδή η διεύρυνση των ορίων του συστήματος.

Πώς σε αντιμετώπιζαν οι ξένοι στα βραβεία, στην Ακαδημία Κινηματογράφου;

Τότε έπρεπε να σε προτείνουν δύο ή τρία μέλη της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας, αλλά όχι από τη δική σου χώρα. Με πρότειναν, κι όταν ήταν να περάσει η έγκριση, επειδή εγώ δεν ανήκα σε κάποιον κλάδο που συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία μιας ταινίας, έπρεπε για την εγγραφή μου —τότε, γιατί σήμερα έχουν αλλάξει αυτά— να περάσω από συμβούλιο όπου προΐστατο ο ίδιος ο πρόεδρος.

Τότε πρόεδρος ήταν ο Βέντερς. Για το πόσο ξέρουν τα πάντα, είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Βέντερς για εμένα: «Παρότι δεν έχει εκφραστεί για όλες μου τις ταινίες πολύ κολακευτικά, από τα γραπτά του φαίνεται η αγωνία και το ενδιαφέρον του για την τύχη και το μέλλον του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, οπότε θεωρώ ότι μας είναι χρήσιμος». Κι έτσι έβαλε την υπογραφή του. Μάλιστα, δε με έβαλαν στην κατηγορία του κριτικού κινηματογράφου· η ταυτότητά μου στην Ευρωπαϊκή Ακαδημία λέει «institutional», δηλαδή θεσμικός.

Μετά από χιλιάδες ώρες θέασης κι άλλες τόσες κριτικές, έχεις ακόμα εκείνη τη σπίθα ενθουσιασμού όταν σβήνουν τα φώτα της αίθουσας; Τι είναι αυτό που μπορεί να σε εκπλήξει σήμερα σε μια ταινία;

Μετά από τόσα χρόνια στις αίθουσες —όλη μου τη ζωή δηλαδή, από 2 χρονών που με θυμάμαι— δεν έχει αλλάξει τίποτα, δεν έχει χαθεί η παραμικρή σπίθα ενθουσιασμού. Αυτό που με εκπλήσσει σε μια ταινία είναι η ίδια η ταινία! Η αγωνία μου να τη δω. Δε με ενδιαφέρει τόσο πολύ αν θα μου αρέσει, όσο το να τη δω. Με ενδιαφέρει να την έχω δει. Αυτό είναι το ζητούμενο. Η χαρά μου είναι να δω την ταινία που έχει βγει στις αίθουσες κι ακόμα δεν την έχω δει. Από εκεί ξεκινούν για εμένα όλα.

Πώς ορίζεις την «ποιότητα» σε μια ταινία και ποιο είναι το σημείο τομής όπου η ψυχαγωγία συναντά την τέχνη;

Το σημείο τομής που η ψυχαγωγία συναντά την Τέχνη ορίζεται μόνο από την ίδια την ταινία. Τέχνη και ποιότητα έχουμε παντού κι όχι μόνο σε συγκεκριμένα είδη. Ποιότητα υπάρχει όπου ένα είδος φτάνει στην αρτίωση. Είτε λέγεται προσωπική δημιουργία, είτε blockbuster, είτε κωμωδία, δράμα, πολεμικό ή γουέστερν... το θέμα είναι η ταινία να οδηγεί το είδος στην τελειότητα. Εκεί έχουμε ποιότητα, εκεί έχουμε τέχνη. Ο Τιτανικός, ας πούμε, στα blockbusters είναι έργο τέχνης, πώς να το κάνουμε;

Τη φετινή απονομή πώς την είδες; Ποια είναι η άποψή σου για τα βραβεία;

Μια χαρά την είδα την απονομή, γιατί τα αγαπώ τα Όσκαρ και μου αρέσει να τα βλέπω. Οπότε κάθε χρόνο, είτε είμαι εκεί, είτε αραχτός στον καναπέ με τη φόρμα μου, η ίδια χαρά είναι. Στο θέμα των βραβείων, το ζητούμενό μου δεν είναι αν συμφωνώ με το αποτέλεσμα. Ως τι να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω; Ένας θεατής είμαι στην ουσία, δεν συμμετέχω στην παραγωγική διαδικασία.

Αυτό που με τα χρόνια έχω κατακτήσει —και το θεωρώ μεγάλη κατάκτηση— είναι η βαθιά γνώση περί σινεμά. Η Ακαδημία είναι ένα «πανεπιστήμιο», έχει 11.000 μέλη, τους καλύτερους του κόσμου: από τον Bob Dylan και τον Bruce Springsteen ως τον Scorsese, τον Tarantino, τον Sorrentino, τον Coppola... Μέσα από εκεί εγώ μαθαίνω. Μελετάω τι έχουν προτείνει οι κλάδοι, το σύνολο των δέκα ταινιών. Η αγωνία μου δεν είναι αν θα το πάρει ο τάδε ή ο δείνα, αλλά τι «μάθημα» ξεκινάω από αύριο. Με βάση αυτές τις γνώσεις προβλέπω αποτελέσματα· έτσι, όχι παίζοντας στοίχημα και τέτοιες σαχλαμάρες...

Για πρώτη φορά Όσκαρ Καλύτερου Casting και μάλιστα στην ελληνοαμερικανικής καταγωγής, Κασσάνδρα Κουλουκουντή. Πώς σου φάνηκε αυτό;

Το θέμα της καθιέρωσης Όσκαρ για το casting το έχω ζήσει πολύ έντονα, γιατί η διεκδίκηση είχε ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και έβρισκε εμπόδια. Έτυχα σε πολλές συζητήσεις για την κόντρα που είχαν οι casting directors με τους σκηνοθέτες. Οι σκηνοθέτες έλεγαν: «ο casting director απλώς βρίσκει τους ηθοποιούς, μας τους στέλνει κι εμείς τους αναλαμβάνουμε».

Εγώ ήρθα σε επαφή με casting directors, έκανα φιλίες —έχω και στην Ελλάδα φίλους που είναι υπεύθυνοι διανομής ρόλων, όπως ο Μάκης Γαζής και η Μαρία Λαΐνα, άτομα οσκαρικών προδιαγραφών. Ως κλάδος επέμεναν: «δεν είμαστε ατζέντηδες, έχουμε καλλιτεχνική άποψη πάνω στη διανομή». Αυτό ήταν το σημείο που κέρδισαν τη μάχη και τον πόλεμο. Από φέτος ξεκινάει η μελέτη πάνω στην έννοια του casting director. Το θέμα της Κουλουκουντή με κολάκεψε πολύ ως Έλληνα. Με εξίταρε το γεγονός ότι οι 11.000 της Ακαδημίας αναγνώρισαν ότι στο casting υπάρχει... σκηνοθεσία.

Ποια ταινία από τις φετινές, τις «φρέσκες», πρέπει οπωσδήποτε να δει κάποιος;

Όλες! Μπορεί να τις δει όλες, το καλύτερο θα είναι... γιατί και θα απολαύσει, κάπου μπορεί και να εκνευριστεί, αλλά μέσα από αυτό το πράγμα, ακόμα και συνειδητό να μην είναι, θα αρχίσει να μπαίνει σε μια διαδικασία συγκρίσεων και επιλογών και στο τέλος θα παίρνει και ο ίδιος μια θέση θεατή στα πράγματα. Αν τώρα ενδιαφέρεται για το παρακάτω και το βαθύτερο, τότε ας κοιτάξει τα αποτελέσματα κι ας προσπαθήσει να καταλάβει γιατί αυτοί οι 11.000 άριστοι του κόσμου, όλων των ειδικοτήτων, βράβευσαν αυτά τα συγκεκριμένα.

Σκάει το χαστούκι ο Will Smith στον Chris Rock στα Όσκαρ του 2022. Τι σκέφτηκες όταν το είδες;

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν μήπως πρόκειται για κάτι στημένο. Επειδή και ο Chris Rock είναι λίγο... κανίβαλος, του αρέσουν αυτά τα πειράγματα και από την άλλη επειδή ο Will Smith, κυρίως η γυναίκα του (σ.σ. η Jada Pinkett Smith), είναι πολύ των δημοσίων σχέσεων και του publicity και ξέρουν να φτιάχνουν καταστάσεις. Οπότε στην πρώτη αντίδραση όταν το είδα, σκέφτηκα ότι είναι κάτι σαν... νουμεράκι. Όταν όμως στη συνέχεια είδα την εξέλιξη, τότε κατάλαβα ότι κάποιος τον είχε «κουρδίσει» τον Will Smith.

Χαίρομαι πολύ που στο blog σου, το pantimo.gr, διαβάζω και κριτικές για θεατρικές παραστάσεις…

Ναι, γράφω και για θέατρο. Απλά είναι πάρα πολλές οι παραστάσεις και δεν μπορώ να τις παρακολουθήσω όλες και δε θέλω κιόλας... Το θέατρο το θέλω να υπάρχει στο pantimo.gr ως αναφορά. Για αυτό επιλέγω κάποιες παραστάσεις που θα δω μέσα στον χρόνο, δεν έχω και τον ελεύθερο χρόνο να τα παρακολουθώ όλα. Συν ότι όλη αυτή η πληθώρα με μπουκώνει και νιώθω ένα πλάκωμα... Το θέατρο έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα στη ζωή μου σχεδόν όσο το σινεμά, απλά ήταν διαφορετική η σχέση πάθους. Έχω πει ότι χωρίς το σινεμά δε ζω, όμως υπάρχει μια διαφορά στο «μου αρέσει κάτι πάρα πολύ και δε ζω χωρίς αυτό». Το θέατρο είναι στο ενδιάμεσο, είναι σαν τον ρόλο του Μπενίσιο ντε Τόρο στο Μια μάχη μετά την άλλη (γέλια). Το θέλω το θέατρο, αλλά το θέλω σε μικρότερη δοσολογία από ό,τι το σινεμά. Το σινεμά μού είναι κάτι πέραν της θέασης, μού είναι κάτι προσωπικό, υπαρξιακό... Όμως και το θέατρο έχει τέτοιο μερτικό στη ζωή μου. Έχω ασχοληθεί με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια παραμιλητά... γιατί το βράδυ νανουρίζομαι με το να σκέφτομαι έργα κ.λπ. Το 'χω κάνει και για το θέατρο αυτό πολλές φορές, όχι μόνο για το σινεμά. Οπότε το θέλω σε άλλο βαθμό, σε άλλη συχνότητα.

Τηλεόραση βλέπεις; Υπάρχει κάποια σειρά που έχεις ξεχωρίσει φέτος;

Ναι, βλέπω επιλεκτικά γιατί δεν έχω τόσο χρόνο, δεν τη σνομπάρω. Όλο αυτό το σουσουδιλίκι ότι «Α, εγώ ελληνικές σειρές;», «Α, εγώ δε βλέπω ελληνικές ταινίες» που έλεγαν παλιά. «Α, εγώ δεν ακούω ελληνικά ή λαϊκά τραγούδια»... αυτό το πράγμα από παιδάκι μού τη βάραγε στο νευρικό σύστημα, το έβρισκα τόσο ψεύτικο, τόσο δηθενιά... Το να σου αρέσουν κάποιες ξένες μουσικές, κάποιες ταινίες είναι πολύ κανονικό. Έβλεπα ότι προσπαθούσαν να το πουν και για άλλους τομείς, του στιλ «δε διαβάζω Έλληνες συγγραφείς ή ελληνική ποίηση». Ίσως δε διάβαζαν και καθόλου λογοτεχνία (γέλια). Όλα αυτά δε μου άρεσαν καθόλου.

Από τα φετινά, δύο που ξεχώρισα ήταν Η Μεγάλη Χίμαιρα και το Ριφιφί. Θα περάσω σε ένα που βλέπω ως και κάτι πολύ βιωματικό, έχει τον Πειραιά μου και την Τρούμπα —την κινηματογραφική Τρούμπα κι όχι ρεπορτάζ, την πραγματική δεν την έχουμε δει πουθενά— βλέπω λοιπόν το Porto Leone... βλέπω και Το Παιδί, παρότι έχει αρχίσει και τρενάρει πάρα πολύ, επαναλαμβάνεται... παρατηρώ να φεύγουν επεισόδια χωρίς να έχει συμβεί και κάτι επί της ουσίας. Ξεκίνησε ως ένα χαριτωμένο εύρημα, δεν ξέρω αν θα το αντέξω. Σε ένα επεισόδιο άκουσα σαν απειλή ότι πάνε και για δεύτερο χρόνο και μάλλον θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. Ωστόσο μου είναι ευχάριστο κι έχει καλούς ηθοποιούς. Καλούς ηθοποιούς έχουμε γενικά, γιατί παράγουμε καλούς ηθοποιούς ως χώρα.

Θα σου πω και κάτι άλλο που βλέπω... εδώ τώρα είναι για μελέτη αυτό. Είναι ένα που το βλέπω από πέρυσι. Έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου, όταν τελείωσε κατάλαβα ότι με κορόιδευαν κι είπα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το πάω δεύτερο χρόνο. Ευτυχώς ή δυστυχώς το ξεκίνησα, δύο φορές έχω σταματήσει και τις δύο επανήλθα... είναι το Grand Hotel! Το οποίο είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά όσο δεν παίρνει. Δεν έχει την παραμικρή αληθοφάνεια, αυτά που δείχνει δεν μπορούν να συμβούν σε καμία πραγματικότητα. Έλα όμως από την άλλη που έχει κάτι —κι αυτός είναι ο λόγος που λέω «θα χωρίσω κι όλο σε εσένα ξαναγυρνάω» (γέλια)— είναι η περιέργεια! Έχει έναν τρόπο να σου κινεί, να σου ερεθίζει την περιέργεια και να σε κρατάει πάνω στη δίψα της ικανοποίησής της. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι σε κοροϊδεύει, σου ξαναλέει τα ίδια πράγματα, ανακατεύει το ίδιο φαγητό, εκεί τσαντίζεσαι —εγώ δηλαδή— και λέω: «Ε όχι ρε παιδιά, παρατήστε με ήσυχο» και σταματάω.

Νομίζω ότι ένα sequel στο βιβλίο σου επιβάλλεται, έτσι δεν είναι; Θέλουμε να μάθουμε κι άλλα… εργοκεντρικά, έτσι όπως σου αρέσει!

Το βιβλίο αυτό από τη φύση του το έχει το sequel! Καταρχάς θα έχουμε την επίσημη συνέχιση με τη δεύτερη έκδοση όπου θα εντάξουμε και τα φετινά με έναν τρόπο. Από εκεί και πέρα συζητάμε και για καινούργια πράγματα. Για την ώρα τα επόμενα δε θα είναι κάτι άμεσα οσκαρικό, θα είναι άλλα κινηματογραφικά αφιερώματα που θέλω και θέλουν. Τώρα αν θα περνάνε από εκεί μέσα και Όσκαρ, φυσικά ναι... αλλά έτσι κι αλλιώς και το βιβλίο Όσκαρ, τα Όσκαρ τα έχει ως πρόσχημα, το σινεμά είναι το αντικείμενό του. Όλα είναι αναλύσεις ταινιών, είτε συνόλου είτε επιμέρους.

Το βιβλίο του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη Όσκαρ κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πεδίο.

Απολαμβάνεται τις κριτικές του στο blog του pantimo.gr