«Μύθοι και αλήθειες» για τον σακχαρώδη διαβήτη
Όσα πρέπει να γνωρίζετε γύρω από τον σακχαρώδη διαβήτη
Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια νόσος, με την οποία ζουν 537 εκατομμύρια ενήλικες (ηλικίας 20-79 ετών) παγκοσμίως και χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία) - λόγω ανεπάρκειας ινσουλίνης ή μειωμένης ευαισθησίας σε αυτήν. Ποιοι είναι, όμως, οι «μύθοι» και ποιες οι «αλήθειες» για τον σακχαρωδη διαβήτη;
Υψηλό σάκχαρο: Αυτά είναι τα πρώτα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοήσετε
Ο διαβήτης διακρίνεται κυρίως σε τύπου 1 (αυτοάνοσο), τύπου 2 (σχετίζεται με τρόπο ζωής) και διαβήτη κύησης, απαιτώντας ισορροπημένη διατροφή, άσκηση και φαρμακευτική αγωγή για την πρόληψη επιπλοκών.
Ας δούμε κάποιες απόψεις που επικρατούν γύρω από τη συγκεκριμένη νόσο, ξεκαθαρίζοντας όσο δυνατόν περισσότερο το «τοπίο» γύρω από το σακχαρώδη διαβήτη.
«Έχεις διαβήτη επειδή έτρωγες πολλά γλυκά»
Είναι κάτι που ακούν οι ειδικοί υγείας πολύ συχνά. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο διαβήτης τύπου 2 οφείλεται, κυρίως, στον τρόπο ζωής του ατόμου, δηλαδή, την παχυσαρκία και την έλλειψη σωματικής άσκησης. Επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο παίζει και η κληρονομική προδιάθεση. Παρόλα αυτά, ακόμη και εάν υφίσταται κληρονομικότητα αλλά δεν υπάρχει παχυσαρκία, τότε το άτομο μπορεί να μην εκδηλωθεί ποτέ διαβήτης.
Επίσης, είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες τροφών, οι οποίες είναι πλούσιες σε λιπαρά και έχουν πολλές θερμίδες, ενώ έχειμειωθεί αισθητά η άσκηση, με αποτέλεσμα να παρατηρείται σημαντική αύξηση της παχυσαρκίας. Οπότε όταν κάποιος εμφανίσει διαβήτη, αυτό δεν οφείλεται στα γλυκά, αλλά στην παχυσαρκία.
Σακχαρώδης διαβήτης: Αυτά τα ποτά μπορείτε να καταναλώσετε άφοβα!
«Η γυναίκα που έχει από παιδί σακχαρώδη διαβήτη, καλό θα είναι να μην κάνει παιδιά»
Φυσικά και μία γυναίκα μπορεί να τεκνοποιήσει εάν έχει διαβήτη. Και φυσικά και διαβήτης τύπου 1, αυτός, δηλαδή, που παρουσιάζεται κυρίως σε παιδιά και νέους, κληρονομείται σε πολύ μικρό ποσοστό. Όταν μία γυναίκα βρίσκεται σε θεραπεία με ινσουλίνη, είναι γεγονός ότι πρέπει να φροντίσει να έχει καλά επίπεδα σακχάρου πριν από τη σύλληψη και καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, ότι σήμερα υπάρχουν στη διάθεση μας τα κατάλληλα ιατρικά συστήματα, τα οποία βοηθούν σημαντικά στην όλη διαδικασία.
«Τα άτομα με διαβήτη είναι δυστυχισμένα γιατί δεν μπορούν να φάνε γλυκό»
Τα άτομα με διαβήτη δεν είναι απαραίτητο ότι πρέπει να στερούνται τη γλυκιά γεύση. Όσοι έχουν σακχαρώδη διαβήτη, με σκοπό να απολαύσουν το γλυκό τους, θα πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί είτε στο να αναπροσαρμόζουν τη δόση της ινσουλίνης ή στο πώς να εντάσσουν το γλυκό στο διαιτολόγιό τους.
Ειπρόσθετα, ένας ακόμη μύθος αφορά στο όταν κάποιος έχει διαβήτη, ότι μπορεί να καταναλώνει όσες τροφές θέλει που δεν περιέχουν προσθήκη ζάχαρης ή είναι κατάλληλες «για διαβητικούς». Αυτό δεν ισχύει και αυτό γιατί αν, για παράδειγμα, πιείτε χυμό πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, θα πρέπει να έχετε υπόψιν σας ότι το συγκεκριμένο φρούτο περιέχει φρουκτόζη, δηλαδή, αν καταναλωθεί σε μεγάλη ποσότητα αυτό θα επηρεάσει την υγεία σας (αφορά σε άτομα με διαβήτη τύπου 2).
Τέλος, όταν καταναλώνετε μπισκότα ή σοκολάτες χωρίς ζάχαρη θα πρέπει να έχετε υπόψιν σας ότι περιέχουν βούτυρο, αλεύρι, γάλα κ.λπ. συστατικά που μπορεί να αυξήσουν το σωματικό βάρος πολύ περισσότερο από τα 10 ή 20 γραμμάρια ζάχαρης.
«Οι ξινές τροφές ρίχνουν το σάκχαρο»
Η πεποίθηση ότι το ξινό «αντιστρατεύεται» το γλυκό, δε συμβαδίζει με τα όσα συνιστούν οι ειδικοί υγείας και η επιστήμη. Για παράδειγμα, το ξυνόμηλο σε σύγκριση με το κόκκινο μήλο, έχουν ελάχιστες διαφορές στα επίπεδα φρουκτόζης. Από την άλλη, ενώ το λεμόνι δεν περιέχει φρουκτόζη, το γκρέιπφρουτ παρόλο που είναι ξινό και πικρό, μπορεί να ανεβάσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Συμπερασματικά, η γεύση δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για το ποιες τροφές αυξάνουν τις τιμές του σακχάρου στο αίμα. Για παράδειγμα, το ρύζι, που δεν είναι ούτε γλυκό, ούτε ξινό, διαθέτει υψηλό γλυκαιμικό δείκτη και απορροφάται γρήγορα από τον οργανισμό, συμβάλλοντας στην αύξηση των επιπέδων του σακχάρου.
«Ο διαβήτης σε περιορίζει ως προς τα επαγγέλματα που μπορείς να κάνεις»
Είναι γνωστό ότι τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη δεν ενδείκνυται να χειρίζονται/οδηγούν βαρέα οχήματα και αεροπλάνα, λόγω του κινδύνου αιφνίδιας υπογλυκαιμίας. Έτσι, συνιστάται από τους ειδικούς υγείας να είναι σε εγρήγορση για συμπτώματα όπως κούραση, υπνηλία, αδυναμία και ναυτία, που μπορεί να υποδεικνύουν μη ρυθμισμένο σάκχαρο. Τα άτομα με διαβήτη χρειάζονται, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι, διαλείμματα για να γευματίσουν. Τέλος, ένας ευσυνείδητος εργαζόμενος δε θα κάνει χρήση του προβλήματος υγείας του για να πάρει αναρρωτικές άδειες, αφού πλέον στις μέρες μας και με την επιστήμη να έχει προχωρήσει τόσο όσον αφορά στην αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη, δεν υπάρχει λόγος για να απουσιάζει κάποιος από την εργασία του.
«Έχω σάκχαρο που κυμαίνεται από 130-140, οπότε δε χρειάζεται να ασχολούμαι και πάρα πολύ»
Πολλοί είναι εκείνοι που ενώ οι τιμές του σακχάρου τους είναι στο όριο, μειώνουν τη σημασία του προβλήματος. Δεν ελέγχουν ποτέ το σάκχαρό τους έπειτα από κάθε και δεν προσπαθούν να το ρυθμίσουν στα φυσιολογικά επίπεδα. Δηλαδή, δεν είναι φυσιολογκό το σάκχαρο να είναι πάνω από 140 όταν έχουμε γευματίσει. Θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις ακόμη και δύο ώρες μετά το φαγητό, ώστε να γμωρίζετε που κυμαίνονται οι τιμές σας.
«Ο διαβήτης είναι τρομερή αθένεια: Μπορεί να τυφλωθείς, οδηγεί σε ακρωτηριασμούς κ.ά.»
Είναι γεγονός ότι αν κάποιος δε ρυθμίζει σωστά το σάκχαρο του, μπορεί έπειτα από χρόνια με διαβήτη, να παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα σε διάφορα όργανα, όπως τα μάτια ή οι νεφροί. Σήμερα, με τη δυνατότητα πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης το πρόβλημα της τύφλωσης έχει μειωθεί σε πολύ μικρά ποσοστά. Σχετικά δε, με αυτό που ακούμε πολύ συχνά: «Είχε διαβήτη και του έκοψαν το πόδι» όχι μόνο δεν είναι κανόνας, αλλά ισχύει για μια πολύ μικρή μειονότητα.
Συμπερασματικά, η σωστή ενημέρωση, απομυθοποίηση και αντιμετώπιση των φόβων και των προκαταλήψεων γύρω από το «κεφάλαιο» σακχαρώδης διαβήτης, με τις συστάσεις των ειδικών υγείας, συμβάλλει ουσιαστικά τόσο στην πρόληψή του όσο και στην έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή του.