Ρόμπερτ Ντιβάλ: Πέθανε ο σπουδαίος ηθοποιός στα 95 του χρόνια
Είχε τιμηθεί με Όσκαρ Α' Aνδρικού ρόλου
Έφυγε από τη ζωή στα 95 του χρόνια ο σπουδαίος ηθοποιός Ρόμπερτ Ντιβάλ. Η σύζυγός του, Λουτσιάνα ανακοίνωσε ότι απεβίωσε την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου στο σπίτι τους, στο Μίντλμπεργκ της Βιρτζίνια.
Όπως ανακοίνωσε: «Χθες αποχαιρετήσαμε τον αγαπημένο μου σύζυγο, τον πολύτιμο φίλο και έναν από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της εποχής μας. Ο Μπομπ έφυγε ήρεμα στο σπίτι, περιτριγυρισμένος από αγάπη και φροντίδα».
«Για τον κόσμο ήταν ένας βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός, σκηνοθέτης, αφηγητής. Για μένα ήταν απλώς τα πάντα. Για καθέναν από τους πολλούς ρόλους του, ο Μπομπ έδινε τα πάντα στους χαρακτήρες του και στην αλήθεια του ανθρώπινου πνεύματος που εκπροσωπούσαν. Σας ευχαριστώ για τα χρόνια στήριξης που δείξατε στον Μπομπ και που μας δίνετε αυτόν τον χρόνο και την ιδιωτικότητα για να τιμήσουμε τις αναμνήσεις που αφήνει πίσω του», πρόσθεσε.
Ποιος ήταν ο Ρόμπερτ Ντιβάλ
Η καριέρα του «μετράει» περισσότερες από έξι δεκαετίες και ξεχώρισε για τις ερμηνείες του στους δύο πρώτους «Νονούς», στο «Apocalypse Now», στο «The Great Santini», στο «Lonesome Dove» και στο «The Apostle», εδραιώνοντας τη φήμη του ως ηθοποιού μεγάλης κλάσης.
Ο Ρόμπερτ Σέλντεν Ντιβάλ γεννήθηκε στο Σαν Ντιέγκο στις 5 Ιανουαρίου 1931.
Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και αργότερα ναύαρχος, γεγονός που οδήγησε την οικογένεια να μετακινηθεί στην Ανατολική Ακτή, κυρίως στην περιοχή της Αννάπολις στο Μέριλαντ. Μετά το λύκειο φοίτησε στο Principia College στο Ιλινόι, με ειδίκευση στο δράμα.
Υπηρέτησε δύο χρόνια στον στρατό και το 1955 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε στο Neighborhood Playhouse του Σάνφορντ Μέισνερ. Συγκατοικούσε τότε με τον Ντάστιν Χόφμαν, ενώ συναναστρεφόταν και τον Τζιν Χάκμαν.
Ο Χόφμαν έχει δηλώσει για εκείνη την περίοδο: «Η αίσθηση ήταν ότι ο Μπόμπι ήταν ο νέος Μπράντο. Ένιωθα πως εκείνος ήταν ο εκλεκτός, και μάλλον εγώ δεν ήμουν».
Τιμήθηκε με Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ως αλκοολικού τραγουδιστή της κάντρι στο «Τρυφερές Σχέσεις» (1983), σε σύνολο επτά υποψηφιοτήτων για το βραβείο της Ακαδημίας. Υπήρξε υποψήφιος για τις ερμηνείες του ως Τομ Χέιγκεν στους «Νονούς» και ως αντισυνταγματάρχης Κίλγκορ στο «Apocalypse Now», ως σκληροτράχηλος πιλότος των Πεζοναυτών Μπουλ Μίτσαμ στο «The Great Santini» (1979), ως πάστορας Γιούλις «Σόνι» Ντιούι στο «The Apostle» (1997) -ταινία που ο ίδιος έγραψε, σκηνοθέτησε, χρηματοδότησε και στην οποία τραγούδησε, ως δικηγόρος Τζερόμ Φέιτσερ στο «A Civil Action» (1998) και ως επαρχιακός δικαστής Τζόζεφ Πάλμερ στο «The Judge» (2015).
Το κινηματογραφικό του αποτύπωμα περιλαμβάνει επίσης τη συμμετοχή του στο «To Kill a Mockingbird» (1962), όπου υποδύθηκε τον εσωστρεφή Μπου Ράντλεϊ χωρίς να έχει ούτε μία ατάκα. Ο σεναριογράφος Χόρτον Φουτ τον είχε προτείνει προσωπικά για τον ρόλο, έχοντας δει τη δουλειά του στη σκηνή της Νέας Υόρκης. Ο Φουτ αποτέλεσε καθοριστική επιρροή για τον Ντιβάλ, γράφοντας και τα σενάρια των «Tender Mercies» και «Tomorrow» (1972), ενώ ο ηθοποιός πρωταγωνίστησε και στο «The Chase» (1966), βασισμένο σε έργο του ίδιου συγγραφέα.
Στη δεκαετία του 1970 και του 1980 ανέλαβε ποικίλους ρόλους: ως παράνομος στο «True Grit» (1969) απέναντι στον Τζον Γουέιν, ως ταγματάρχης Φρανκ Μπερνς στο «MAS*H» (1970), ως ανδροειδές στο «THX 1138» (1971) του Τζορτζ Λούκας, ως τηλεοπτικός διευθυντής στο «Network» (1976), ως Δρ. Γουάτσον στο «The Seven Per-Cent Solution» (1976), ως αθλητικογράφος στο «The Natural» (1984) και ως αρχιμηχανικός αγώνων NASCAR στο «Days of Thunder» (1990). Συχνά ενσάρκωνε αστυνομικούς ή αξιωματούχους, όπως στα «The Detective» (1968), «True Confessions» (1981) και «Colors» (1988).
Στα νεότερα χρόνια της καριέρας του πρωταγωνίστησε στο οικογενειακό δράμα «Wild Horses» (2015), εμφανίστηκε στη μεταφορά του έργου του Τζον Στάινμπεκ «In Dubious Battle» (2016), υποδύθηκε παράγοντα εξουσίας στο Σικάγο στο «Widows» (2018) και είχε μικρότερες εμφανίσεις στα «12 Mighty Orphans» (2021) και «Hustle» (2022). Υπήρξε από τους πρώτους υποστηρικτές του Φεστιβάλ Sundance του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, σε εποχές που η διοργάνωση δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη σημερινή της απήχηση.
Για την υποκριτική του φιλοσοφία είχε δηλώσει τον Ιανουάριο του 2016: «Είχα τη δική μου θεωρία μέσα σε μια σκηνή, όπου ξεγελάς τον εαυτό σου: Για να φτάσεις σε ένα αυθεντικό αποτέλεσμα, άφησε τη διαδικασία να σε οδηγήσει στο αποτέλεσμα, αντί να πηγαίνεις κατευθείαν σε αυτό» και είχε προσθέσει: «Να είσαι διατεθειμένος να ξεκινήσεις από το μηδέν και να πεις, “Ας δούμε τι θα συμβεί”».