Το heavy metal το ανακάλυψα στην πέμπτη δημοτικού, όταν ο ξάδερφός μου ο Κώστας μού έγραψε μια κασέτα η οποία ξεκίναγε με το Powerslave.
Έκανα μήνες να ανακαλύψω τι άλλο περιλάμβανε η λίστα, γιατί όταν τέλειωνε το τραγούδι, έκανα rewind την κασέτα και το έβαζα ξανά και ξανά... και ξανά και ξανά, ταξιδεύοντας με το μυαλό μου σε έναν αλλόκοτο κόσμο εμπνευσμένο από τις ανατολίτικες μελωδίες.
Όταν τελικά ξεκόλλησα, ανακάλυψα και τη δεύτερη πλευρά του δίσκου. Η δεύτερη πλευρά ξεκινούσε με το Rime of the Ancient Mariner. Δεν μπορούσα να καταλάβω με τα λιγοστά αγγλικά μου τότε τι σημαίνει «Rime» και «Mariner». Ανατρίχιαζα όμως στο μεσαίο σημείο με το μπάσο, τα ηχητικά εφέ και την αφήγηση και φανταζόμουν ότι βυθιζόμαι σε έναν μαύρο ωκεανό. Κι όταν έμπαινε το σόλο του Dave Murray, μετά ένιωθα ότι το πνεύμα μου βγαίνει από το σώμα μου και απογειώνεται.
Τα συναισθήματα που δημιουργούσαν αυτές οι μελωδίες στο παιδικό μυαλό μου, δεν μπορώ μέχρι και σήμερα να τα περιγράψω με λόγια. Η κασέτα είχε κι άλλα «έπη», όπως το 2 Minutes to Midnight.
Φέτος πάτησα αισίως τα 37. Ανακαλύπτω ότι το heavy metal δεν ήταν μια φάση της ηλικίας, όπως μου έλεγαν αρκετοί. Αντιθέτως, όσο μεγαλώνω, γίνομαι και πιο κολλημένος και πιο φανατικός.
Οι Iron Maiden δεν είναι ένα «συγκρότημα που μου αρέσει». Είναι πυξίδα ζωής και ένεση αδρεναλίνης, οπότε τους ακούω.
Κρατάνε ζωντανό εκείνο το πιτσιρίκι με το Walkman και την κασέτα, που η φαντασία του ταξίδευε και η ενέργειά του ήταν αστείρευτη.
Χθες βράδυ ο 37χρονος πήρε από το χέρι τον μαθητή της πέμπτης δημοτικού κι έκατσαν παρέα στην αρένα. Άκουσαν μαζί live όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια που καθόρισαν την ταυτότητά μου και την ίδια μου τη ζωή.
Up the Irons και #monomaiden