Καιρίδης στους «Συμφοιτητές»: Η Ελλάδα στη γεωπολιτική αντάρα

Ευρώπη, ΗΠΑ και οι νέες ισορροπίες σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία

Στο νέο επεισόδιο της εκπομπής «Οι Συμφοιτητές» στο YouTube που προβάλλεται κάθε Τετάρτη, η Μάρα Ζαχαρέα και ο Γιώργος Κουβαράς άνοιξαν τη συζήτηση σε ένα πεδίο που –όπως φαίνεται– θα καθορίσει τις εξελίξεις και στην Ελλάδα: τις διεθνείς σχέσεις, τις ευρωατλαντικές ισορροπίες και τις νέες γεωπολιτικές αναταράξεις.

Καλεσμένος τους είναι ο Δημήτρης Καιρίδης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, τον οποίο σύστησαν με χιούμορ ως «γκουρού» των διεθνών σχέσεων, όχι μόνο με την πολιτική του ιδιότητα αλλά και ως γνώστης του αντικειμένου.

Η κουβέντα ξεκίνησε από το βασικό ερώτημα που απασχολεί πλέον πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: πού βρίσκεται η Ελλάδα ανάμεσα σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες;

«Πατάμε σε δύο βάρκες;» ήταν το ερώτημα, με τον κ. Καιρίδη να απαντά ότι πράγματι πρόκειται για μια «άσκηση ισορροπίας», η οποία γίνεται δυσκολότερη σε ένα περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές σταθερές κλονίζονται.

Σημείο αναφοράς αποτέλεσαν οι κινήσεις και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ μετά το Νταβός. Ο κ. Καιρίδης υποστήριξε ότι υπήρξε μια «αναδίπλωση» σε σχέση με τα πιο επιθετικά σενάρια – όπως η στρατιωτική παρέμβαση ή η επιβολή δασμών προς την Ευρώπη – επισημαίνοντας ότι οι αγορές, αλλά και φωνές στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών, λειτούργησαν ως ανάχωμα.

Παράλληλα, όμως, ξεκαθάρισε ότι η αλλαγή αφορά περισσότερο την τακτική και όχι τη στρατηγική, καθώς παραμένουν θέματα όπως ο ορυκτός πλούτος της Γροιλανδίας ή άλλες επιλογές που διατηρούν ένταση στο κλίμα.

Χαρακτηριστικά ο κ. Καιρίδης είπε ότι ο Τραμπ «διάλεξε λάθος θέμα», καθώς –αντί να διχάσει– τελικά ένωσε την Ευρώπη.

Ο κ. Καιρίδης σημείωσε ότι ακόμη και πολιτικοί χώροι που συνήθως κινούνται σε αντιευρωπαϊκή γραμμή, όπως τμήματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, πήραν αποστάσεις, επειδή το ζήτημα της κυριαρχίας και του εδάφους «αγγίζει την καρδιά κάθε εθνικιστή».

Αντίθετα, αν είχε επιλέξει ένα θέμα όπως το μεταναστευτικό, όπου οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι πιο διχασμένες, τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν αλλιώς.

Στη συνέχεια, ο κ. Καιρίδης περιέγραψε τις ευρωατλαντικές σχέσεις ως σχέσεις που περνούν κρίση, εξηγώντας ότι στο «φαντασιακό υποσυνείδητο» των τραμπικών κύκλων η Ευρώπη παρουσιάζεται ως ο «μεγάλος αντίπαλος», συνδεδεμένη με μια εικόνα «woke» ατζέντας, δικαιωματισμού και πολιτικής «πλαδαρότητας». Κάπως έτσι, η Ευρώπη –και μαζί της χώρες όπως η Ελλάδα– μπαίνει στο κάδρο μιας αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, κάτι που περιπλέκει την ελληνική στρατηγική.

Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορούσε και τον ρόλο διεθνών οργανισμών. Ο κ. Καιρίδης εξήγησε γιατί η Ελλάδα παραδοσιακά δίνει βάρος στον ΟΗΕ, θυμίζοντας τη σημασία του για το Κυπριακό, αλλά και τη γενικότερη ανάγκη διεθνούς νομιμότητας.

Παράλληλα, παραδέχτηκε ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου «δεν αρκεί από μόνη της» ως εθνική στρατηγική, ειδικά σε μια περίοδο «αντάρας», όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Χρειάζονται, τόνισε, συμμαχίες, προετοιμασία και ρεαλιστική ανάγνωση των συσχετισμών.

Στο γεωπολιτικό μέτωπο της Μέσης Ανατολής, ο κ. Καιρίδης έβαλε στο τραπέζι μια κρίσιμη μετατόπιση: με την αποδυνάμωση του Ιράν, διαμορφώνεται ένα νέο δίπολο έντασης, με Ισραήλ και Τουρκία να κοιτάζουν πλέον «κατάματα» ο ένας τον άλλον. Αυτό, όπως είπε, δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για την ελληνική διπλωματία, ειδικά εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να «τα βρει» μεταξύ των δύο και αναζητήσει ανταλλάγματα.

Όπως τονίστηκε η ανησυχία είναι να μη βρεθεί η Ελλάδα «στο πιάτο» ως μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας, μαζί με την εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να αποφύγουν το δίλημμα επιλογής – αν και, αν εξαναγκαστούν, το Ισραήλ έχει ισχυρά ερείσματα στο αμερικανικό εσωτερικό.

Το επεισόδιο έκλεισε με μια φράση που έμεινε ως συμπέρασμα: ζούμε σε αντάρα. Και μέσα σε αυτή την αντάρα, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ευρωπαϊκή της ταυτότητα και τις ανάγκες ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, κρατώντας ανοιχτούς διαύλους, ενισχύοντας τη θέση της και αποφεύγοντας παγίδες που μπορεί να προκύψουν από τις μεγάλες διεθνείς ανακατατάξεις.