Mark Lanegan: «Μια σπάνια φωνή, μια σκοτεινή ζωή»
Η Γεωργία Χάρδα γράφει για τη ζωή, τις πληγές και τη μοναδική φωνή του
Αγάπησα πρώτα τον Mark Lanegan μέσα από τη φωνή του. Εκείνη τη βαθιά, σκοτεινή και βραχνή φωνή που δεν ακουγόταν απλώς όμορφη, αλλά κουβαλούσε κάτι που δύσκολα μπορούσες να εξηγήσεις. Μια φωνή που έμοιαζε να περιέχει χρόνια, απώλειες, έρωτες, μοναξιά και σκοτάδι.
Όμως η φωνή ήταν μόνο η αρχή. Πίσω από αυτή τη μοναδική χροιά βρισκόταν ένας άνθρωπος με μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις, απώλειες και προσωπικές μάχες. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο; Και πώς συνυπήρχαν μέσα του ένα τόσο σπάνιο χάρισμα και οι δαίμονες που τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή;
Αυτή η αντίφαση αποτυπώνεται με έναν παράξενα όμορφο τρόπο στην εισαγωγή του Sing Backwards and Weep, που έγραψε ο Peter Hook. Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό σε αυτή τη σύνδεση. Ο νεαρός Lanegan είχε βρει στη μουσική, ανάμεσα σε άλλες επιρροές, και στους Joy Division έναν τρόπο να κοιτάξει πέρα από τον κόσμο στον οποίο είχε μεγαλώσει. Και χρόνια αργότερα, ένας από τους ανθρώπους που δημιούργησαν εκείνη τη μουσική βρίσκεται να ανοίγει την ιστορία της δικής του ζωής.
Ο Hook βρίσκει ίσως τον πιο ταιριαστό τρόπο να περιγράψει αυτή τη φωνή: «τις σκοτεινές και χαρακτηριστικές αποχρώσεις της υπέροχης, βαθιάς μπάσας φωνής του».
Αυτή η σκοτεινή πλευρά του Lanegan ήταν ίσως και αυτό που με τραβούσε περισσότερο στη μουσική του. Το The Gravedigger's Song είναι το αγαπημένο μου τραγούδι. Ένας στοιχειωμένος ύμνος στον έρωτα, όχι ως κάτι καθαρό και ασφαλές, αλλά ως μια εμπειρία που κουβαλά μαζί της την επιθυμία, τη μοναξιά και την απώλεια.
Μετά την ανάγνωση της αυτοβιογραφίας του, το τραγούδι αποκτά ένα ακόμη διαφορετικό βάρος. Γιατί πλέον γνωρίζεις ότι πίσω από αυτή τη φωνή κι αυτούς τους στίχους υπήρχε ένας άνθρωπος που έζησε πραγματικά μέσα σε όσα τραγουδούσε. Το σκοτάδι δεν ήταν απλώς μια αισθητική επιλογή. Ήταν μέρος της ζωής του, των ανθρώπων που αγάπησε και έχασε και των μαχών που έδωσε με τον ίδιο του τον εαυτό.
Διαβάζοντας λοιπόν το Sing Backwards and Weep, ένιωσα ότι για πρώτη φορά μπορούσα να καταλάβω από που προερχόταν όλο αυτό. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του, καταλαβαίνεις ότι πίσω από τη μουσική υπήρχε μια ζωή γεμάτη εξάρτηση, βία, απώλειες, ενοχές, αυτοκαταστροφή και ανθρώπους που χάθηκαν στην ίδια σκοτεινή εποχή. Οι Screaming Trees, ο Kurt Cobain, ο Layne Staley, η Kristen Pfaff και τόσοι άλλοι περνούν μέσα από τις σελίδες του, όχι σαν ονόματα ενός rock μύθου, αλλά σαν άνθρωποι που κάποτε υπήρξαν κομμάτια της ζωής του.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο συγκλονιστική πλευρά του Mark Lanegan: ότι κατάφερε να μετατρέψει τις πληγές, τις απώλειες και τα προσωπικά του σκοτάδια σε μια φωνή που, χρόνια μετά, εξακολουθεί να ακούγεται μοναδική.
Ένας άνθρωπος που κάποτε έμοιαζε να κατευθύνεται σταθερά προς την καταστροφή αρχίζει, κάποια στιγμή, να αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχει. Και η μουσική, που ήταν εκεί σχεδόν από την αρχή, παραμένει το σταθερό σημείο αναφοράς του. Δεν τον έσωσε με έναν απλό ή ρομαντικό τρόπο· του έδωσε, όμως, έναν χώρο όπου μπορούσε να υπάρξει ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα κατέρρεαν.
Και όταν σκέφτομαι τη φωνή του μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν την ακούω ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Ακούω περισσότερο τον άνθρωπο.
Από εκεί και μετά, το βιβλίο ανοίγει μπροστά σου έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που μπορεί να έχεις φανταστεί ακούγοντας τη μουσική του...
Τα παιδικά του χρόνια είναι γεμάτα οικογενειακές πληγές και δύσκολες σχέσεις, με τη μητέρα του να αποτελεί μια ιδιαίτερα προβληματική παρουσία και τον πατέρα του να προσφέρει μια διαφορετική, πιο σταθερή μορφή αγάπης. Όταν ο Lanegan έμεινε μαζί του, όμως, η εφηβεία του είχε ήδη πάρει έναν δρόμο που ακόμη και ο πατέρας του αδυνατούσε να ελέγξει. Μέσα σε αυτές τις αντιθέσεις μεγάλωσε ένα παιδί που έμαθε πολύ νωρίς να προστατεύει τον εαυτό του με λάθος τρόπους.
Και μετά έρχεται η μουσική.
Οι Screaming Trees ήταν το συγκρότημα που τον έφερε στο προσκήνιο της σκηνής του Seattle και του έδωσε έναν πρώτο χώρο για να διοχετεύσει όσα κουβαλούσε μέσα του. Αργότερα ήρθαν οι Queens of the Stone Age, οι Gutter Twins, οι Soulsavers και μια σπουδαία, βαθιά προσωπική σόλο πορεία. Σε κάθε διαφορετικό μουσικό περιβάλλον, ο Lanegan κατάφερνε να αφήνει το δικό του αποτύπωμα.
Σίγουρα αυτό είναι και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της καλλιτεχνικής του διαδρομής: όπου κι αν τραγουδούσε, ήταν αδύνατο να μπερδέψεις τη φωνή του με κάποια άλλη. Δεν χρειαζόταν να βρίσκεται στο επίκεντρο για να γίνει αισθητή η παρουσία του. Αρκούσαν λίγες λέξεις, εκείνη η βαθιά χροιά και ο τρόπος με τον οποίο έμοιαζε να κουβαλά κάθε στίχο.
Παρόλο που ο Lanegan περιγράφει τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο που έχει χάσει τον έλεγχο, όταν μιλά για τη μουσική υπάρχει μια διαφορετική ενέργεια. Εκεί φαίνεται ο θαυμασμός του, αλλά και η απόλυτη αφοσίωσή του σε αυτό που έκανε. Μέσα από τις περιγραφές του δεν συναντάς εύκολα το «σταριλίκι» που θα περίμενε κανείς από έναν καλλιτέχνη με τη δική του διαδρομή.
Ο Lanegan δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εικόνα του, ούτε να χαρίζεται σε ανθρώπους που θεωρεί ότι τον προσέβαλαν. Όταν ένιωθε ότι κάποιος ξεπερνούσε τα όρια, μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αιχμηρός — ακόμη κι αν απέναντί του βρισκόταν ένα μεγάλο όνομα της μουσικής, όπως ο Liam Gallagher.
Η σχέση του με τους Screaming Trees είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζεται με τον τρόπο που ίσως θα περίμενε κανείς από μια αυτοβιογραφία. Δεν κάνει καμία προσπάθεια να εξυψώσει το παρελθόν του ή να μας πείσει ότι όλα όσα συνέβησαν ήταν σημαντικά επειδή έγιναν μέρος της ιστορίας του grunge.
Αντίθετα, βλέπουμε έναν άνθρωπο που πολλές φορές δυσκολεύεται να συνυπάρξει με τους γύρω του, που θυμώνει, που κρατάει κακίες, που κάνει λάθη και που συχνά μοιάζει να βρίσκεται σε πόλεμο τόσο με τους άλλους όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Το Seattle των ’90s, όταν το βλέπεις μέσα από τα μάτια του Lanegan, είναι ένας τόπος γεμάτος ταλέντο αλλά και αυτοκαταστροφή... Πίσω από τη μουσική υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν καθημερινά με εξαρτήσεις, ψυχικά προβλήματα, συγκρούσεις και τη διαρκή αίσθηση ότι όλα μπορούσαν να καταρρεύσουν.
Γι’ αυτό η παρουσία του Kurt Cobain μέσα στο βιβλίο έχει τόσο μεγάλο βάρος.
Ο Lanegan δεν εξηγεί γιατί ο Cobain έγινε μύθος. Τον γνωρίζουμε ήδη μέσα από αμέτρητες ιστορίες. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο Cobain όπως τον γνώρισε ο ίδιος. Ως φίλο. Ως άνθρωπο που μπορούσε να βρίσκεται δίπλα του σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του και όχι ως το σύμβολο που θα γινόταν αργότερα.
Η ημέρα του θανάτου του Cobain είναι ένα από τα σημεία όπου το βιβλίο γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο. Το τηλεφώνημά του, στο οποίο ο Lanegan δεν απάντησε, θα τον στοιχειώνει για χρόνια. Μαζί του κουβαλά και την αμφιβολία για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά, αν εκείνη τη στιγμή είχε σηκώσει το τηλέφωνο. Είναι από εκείνες τις ενοχές που κάποιος τις κουβαλά για χρόνια.
Και δυστυχώς, ο Cobain δεν ήταν η μόνη απώλεια.
Η Kristen Pfaff, ο Layne Staley κι άλλοι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή του Lanegan αφήνουν πίσω τους μια παράξενη σκιά στην αφήγηση. Όσο προχωράς, γίνεται όλο και πιο έντονη η αίσθηση του πόσο εύθραυστη υπήρξε η πορεία του και πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα.
Ο Lanegan δεν ρομαντικοποιεί την εξάρτηση ούτε την παρουσιάζει σαν κομμάτι μιας συναρπαστικής rock ζωής. Την κοιτάζει κατάματα και την περιγράφει όπως ήταν πραγματικά.
Χωρίς γοητεία. Χωρίς μύθο. Μόνο με το τίμημά της.
Η εξάρτηση άλλωστε έχει τους δικούς της κανόνες: υπάρχει η αναζήτηση, η στέρηση, η ανάγκη, η εμμονή και η συνεχής μετατόπιση των ορίων. Αυτό που στην αρχή μπορεί να μοιάζει σαν επιλογή γίνεται σταδιακά ανάγκη και ύστερα ολόκληρη η ζωή οργανώνεται γύρω από αυτή.
Σε κάποια σημεία μάλιστα, ο μουσικός σχεδόν εξαφανίζεται και μένει μόνο ο εξαρτημένος. Οι περιοδείες, οι συναυλίες, οι πόλεις και τα ξενοδοχεία αποκτούν δεύτερη σημασία. Το βασικό ερώτημα γίνεται πάντα το ίδιο: τι θα γίνει μετά;
Αυτές τις δύσκολες σελίδες ο Lanegan τις γράφει τόσο ψύχραιμα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει για να καταλάβεις πόσο άσχημα είχαν γίνει τα πράγματα.
Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει κάτι που δεν περίμενα να βρω τόσο έντονα: χιούμορ.
Μαύρο χιούμορ, ειρωνεία και μια απίστευτη ικανότητα να παρατηρεί το γελοίο ακόμη και στις πιο άθλιες καταστάσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που τον εκνευρίζουν, μουσικοί με τους οποίους συγκρούεται και καταστάσεις στις οποίες η περιγραφή του σε κάνει να γελάσεις, ενώ ταυτόχρονα σκέφτεσαι πόσο καταστροφική ήταν πραγματικά εκείνη η περίοδος.
Ο Lanegan δεν προσπαθεί να εμφανιστεί καλύτερος, πιο ψύχραιμος ή πιο συμπαθής απ’ όσο ήταν. Είναι μερικές φορές σκληρός, μερικές φορές άδικος και μερικές φορές απίστευτα αστείος. Και αυτή η απουσία εξωραϊσμού κάνει την αφήγησή του ακόμη πιο αληθινή.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία. Δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως αθώο παρατηρητή. Έχει συμμετάσχει σε καβγάδες, έχει κάνει πράγματα που αναγνωρίζει ως απαράδεκτα και έχει βρεθεί πολλές φορές σε καταστάσεις όπου η βία ήταν σχεδόν καθημερινότητα.
Και εδώ αρνείται να χαρίσει στον εαυτό του μια πιο βολική εκδοχή της ιστορίας. Δεν προσπαθεί να κάνει τον Mark cool, ούτε να μετατρέψει τη βία σε ακόμη ένα στοιχείο του rock’n’roll μύθου.
Τον αφήνει να είναι βίαιος, σκληρός, αντιφατικός. Και, κυρίως, ανθρώπινος.
Γι’ αυτό οι στιγμές μεταμέλειας έχουν μεγαλύτερη δύναμη. Όταν κάποιος έχει περάσει τόσες σελίδες μιλώντας ανοιχτά για τα χειρότερα κομμάτια του εαυτού του, η αναγνώριση του πόνου που προκάλεσε μοιάζει περισσότερο με απολογισμό.
Κάπου εκεί επιστρέφουμε σε δύο φράσεις του βιβλίου:
“I realised that I did not like myself anymore, and in order to make anyone else happy I needed to be happy myself.”
και
“Now, I am free. I pretend no longer.”
Αυτό που με κέρδισε περισσότερο στο Sing Backwards and Weep είναι ότι ο Lanegan αρνείται να μετατρέψει τον εαυτό του σε μύθο. Ακόμη και στιγμές που για πολλούς μουσικούς θα αποτελούσαν κορυφαίες στιγμές επιτυχίας αποκτούν εντελώς διαφορετική διάσταση μέσα από τη δική του ματιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εμφανίσεις των Screaming Trees στην αμερικανική τηλεόραση τη δεκαετία του ’90.
Στη μία περίπτωση εμφανίζονται στο Late Show with David Letterman. Στην άλλη στο Tonight Show with Jay Leno. Για πολλούς μουσικούς εκείνης της εποχής, τέτοιες εμφανίσεις θα αποτελούσαν την απόλυτη επιβεβαίωση ότι «τα κατάφεραν».
Ο Lanegan όμως τις περιγράφει εντελώς διαφορετικά.
Στην εμφάνιση με τον Letterman βγαίνει στη σκηνή με μαυρισμένο μάτι, αρνούμενος μάλιστα να το καλύψει με μακιγιάζ. Ο ντράμερ του συγκροτήματος δεν μπορεί να συμμετάσχει επειδή έχει τραυματίσει σοβαρά το χέρι του ύστερα από έναν καβγά και τη θέση του παίρνει ο ντράμερ της εκπομπής.
Στο Tonight Show, ενώ έχουν ήδη κάνει πρόβες για το Nearly Lost You, ενημερώνονται την τελευταία στιγμή ότι θα πρέπει να παίξουν το Dollar Bill.
Και αντί να παρουσιάζει όλα αυτά ως σπουδαίες στιγμές της καριέρας του, τα αφηγείται σχεδόν σαν παράλογα επεισόδια μιας ζωής που βρισκόταν διαρκώς ένα βήμα πριν από την καταστροφή
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαδρομή, υπάρχει και μια άλλη πλευρά του Lanegan. Μια πλευρά που δεν αφορά μόνο όσα έζησε, αλλά και την ανάγκη να βρει κάτι πέρα από αυτά.
Αυτό σκέφτομαι κάθε φορά που ακούω το Looking for the Rain, το τραγούδι του με τους UNKLE. Υπάρχει κάτι συμβολικό στην εικόνα της βροχής που αναζητά. Μετά από μια ζωή γεμάτη σκοτάδι, απώλειες και αυτοκαταστροφή, η βροχή μοιάζει σχεδόν με την ανάγκη για κάθαρση, για μια ανάσα, για κάτι που μπορεί να ξεπλύνει όσα έχουν μείνει πίσω.
Κι ίσως τελικά, με τον δικό του τρόπο, ο Lanegan να την αναζητούσε πάντα.
Τη βροχή....
Τον Μάρτιο του 2021, ο Lanegan νόσησε βαριά από COVID-19 και έφτασε πολύ κοντά στον θάνατο. Την εμπειρία αυτή την κατέγραψε στο Devil in a Coma, που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2022, πέθανε στο Killarney της Ιρλανδίας, σε ηλικία 57 ετών. Το Devil in a Coma έμελλε να είναι το τελευταίο του βιβλίο.