«Ισλαμικό ΝΑΤΟ»: Τι σημαίνει η νέα συμμαχία για την Ελλάδα
Η Τουρκία ενισχύει τον ρόλο της ως «πάροχος ασφάλειας»
Ισχυρότερη εμφανίζεται πλέον η Τουρκία μετά τη δημιουργία της νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, γνωστής ως Συμφωνία της Μέκκας ή «Ισλαμικό ΝΑΤΟ».
Ο νέος γεωπολιτικός ρόλος που διεκδικεί η Άγκυρα αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, για την Κύπρο. Η τριμερής συμμαχία εγείρει νέα ερωτήματα ασφαλείας για την περιοχή, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα πρέπει να διαμορφώσει τη στρατηγική της.
Όπως εξήγησε στο Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων του Star ο διευθυντής σύνταξης του σταθμού, Ηλίας Παπανικολάου, οι λέξεις-κλειδί που χαρακτηρίζουν πλέον την Τουρκία είναι «πάροχος ασφάλειας».
Η Συμφωνία της Μέκκας περιλαμβάνει ρήτρα συλλογικής άμυνας, αντίστοιχη με εκείνη του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ: μία επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Πώς η Τουρκία γίνεται «πάροχος ασφάλειας»
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ηλία Παπανικολάου, η Τουρκία επιχειρεί να παρέχει ασφάλεια στις χώρες της περιοχής με δύο τρόπους.
Ο πρώτος είναι μέσω της εξαγωγής οπλικών συστημάτων, όπως drones και τεθωρακισμένα οχήματα. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτυχθεί σημαντικά και αποτελεί βασικό εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής για την Άγκυρα.
Ο δεύτερος τρόπος είναι η δυνητική στρατιωτική κάλυψη σουνιτικών χωρών σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Λιβύη και οι Παλαιστίνιοι, που αντιμετωπίζουν διαφορετικά ανοιχτά μέτωπα με το Ιράν ή το Ισραήλ.
Η Τουρκία εμφανίζεται έτσι ως η χώρα που μπορεί να συνδυάσει τη στρατιωτική ισχύ με μία ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και ένα εκτεταμένο δίκτυο περιφερειακών σχέσεων.
Η αντίδραση του Ισραήλ
Όπως αναφέρθηκε στο δελτίο του Star, στο Ισραήλ η νέα συμμαχία αποκαλείται «Συμφωνία των μικρών», μία αναφορά που αποτυπώνει την επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται ο νέος σχηματισμός.
Η Συμφωνία της Μέκκας προβληματίζει το Ισραήλ, καθώς η Τουρκία αποκτά ενισχυμένο ρόλο σε έναν αμυντικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και το Πακιστάν, μία πυρηνική δύναμη. Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία προσφέρει την οικονομική ισχύ που απαιτείται για την υποστήριξη της συμμαχίας.
Οι κυβερνήσεις των τριών κρατών υποστηρίζουν, πάντως, ότι ο νέος αμυντικός σχηματισμός είναι αμιγώς αμυντικός και δεν στρέφεται εναντίον του Ιράν, του Ισραήλ ή οποιασδήποτε άλλης χώρας.
Η Αίγυπτος το κλειδί για την Ανατολική Μεσόγειο
Ιδιαίτερα κρίσιμος θεωρείται ο ρόλος της Αιγύπτου, η οποία ήδη από το 2025 συζητούσε με τη Σαουδική Αραβία την πιθανότητα συμμετοχής σε μία ευρύτερη σουνιτική αμυντική συμμαχία.
Οι δύο πλευρές φέρονται να είχαν διαφωνήσει στο ζήτημα της ηγεσίας. Πλέον, όμως, η Αίγυπτος εμφανίζεται ξανά ως πιθανό μελλοντικό μέλος του νέου σχηματισμού.
Ο Χακάν Φιντάν έχει δηλώσει ότι στο όραμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπάρχει η προοπτική η συμμαχία να μην περιοριστεί στις τρεις ιδρυτικές χώρες, αλλά να διευρυνθεί περαιτέρω.
Για την Ελλάδα, μία πιθανή προσέγγιση της Αιγύπτου με την Τουρκία στον αμυντικό τομέα δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες. Η Άγκυρα επιδιώκει την οριοθέτηση ΑΟΖ με το Κάιρο με τρόπο που θα παρακάμπτει την Κύπρο, αλλά και την αποδοχή των τουρκικών θέσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Ηλία Παπανικολάου, όσο η Γαλλία διατηρεί στενή επικοινωνία και ισχυρές σχέσεις με την Αίγυπτο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο παραμένει δύσκολο να υλοποιηθεί.
Πώς πρέπει να αντιδράσει η Ελλάδα
Ερωτήματα δημιουργεί και η στάση της Σαουδικής Αραβίας, καθώς στο έδαφός της βρίσκονται ελληνικοί Patriot, την ώρα που το Ριάντ υπογράφει αμυντική συμφωνία με την Άγκυρα.
Όπως επισήμανε ο διευθυντής σύνταξης του Star, η αποχώρηση της Ελλάδας από την περιοχή θα ήταν η χειρότερη δυνατή αντίδραση, καθώς θα άφηνε ελεύθερο πεδίο δράσης στην Τουρκία.
Η Άγκυρα έχει σαφές προβάδισμα στον ισλαμικό κόσμο. Η Αθήνα, ωστόσο, διαθέτει ισχυρές συμμαχίες στον δυτικό κόσμο, ιδίως με τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα και ταυτόχρονα να διατηρήσει ενεργή παρουσία στη Μέση Ανατολή, καθώς οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα στην περιοχή επηρεάζουν άμεσα τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.