Pirelli: Ιστορία και λάμψη στο GP Μονακό

To πετράδι της F1 και η στρατηγική στια αλλαγές ελαστικών Pirelli

Το Grand Prix του Monaco δεν είναι απλώς ένα αθλητικό γεγονός, αλλά και ένα κοινωνικό σημείο αναφοράς που ενώνει την ιστορία με τη λάμψη. Η διαδρομή, η οποία φιλοξενεί αγώνες από το 1929, ελίσσεται μέσα από τους δρόμους του Πριγκιπάτου: έχει μήκος 3.337 μέτρα και διαθέτει 19 στροφές, ορισμένες από τις οποίες χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά κλειστές γωνίες. 

Το οδόστρωμα, το οποίο ουσιαστικά συμπίπτει με τις δύο λωρίδες της κανονικής αστικής κυκλοφορίας, είναι εξαιρετικά στενό και στερείται σχεδόν ολοκληρωτικά περιοχών διαφυγής. Προστατευτικές μπαριέρες περιβάλλουν ολόκληρη τη διαδρομή και συχνά ξύνονται από τους οδηγούς, οι οποίοι προσπαθούν να κερδίσουν έστω και λίγα εκατοστά ακολουθώντας την ιδανική αγωνιστική γραμμή.

Η μέση ταχύτητα που διατηρείται κατά τη διάρκεια των 78 γύρων της πίστας είναι η χαμηλότερη του πρωταθλήματος της Formula 1: σε ορισμένα τμήματα τα μονοθέσια επιβραδύνουν γύρω στα 50km/h. Από τεχνικής άποψης, το τριήμερο του Mονακό είναι ανάμεσα στα πιο περίπλοκα για τις ομάδες, οι οποίες καλούνται να ρυθμίσουν τα μονοθέσιά τους με τη μέγιστη αεροδυναμική παραγόμενη κάθετη δύναμη και να επικεντρώσουν τα πάντα στις κατατακτήριες δοκιμές ώστε να εξασφαλίσουν μια καλή θέση εκκίνησης, δεδομένου ότι οι ευκαιρίες για προσπέραση είναι εξαιρετικά περιορισμένες. 

Για το Mονακό επιλέγεται πάντα η πιο μαλακή γκάμα ελαστικών, φέτος οι C3, C4 και C5, προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη πρόσφυση σε μια πολύ λεία επιφάνεια ασφάλτου. Φέτος το οδόστρωμα έχει στρωθεί με νέα άσφαλτο μεταξύ των στροφών 19 και 1, μεταξύ της στροφής 7 και της εισόδου του τούνελ, καθώς και στην είσοδο και στην έξοδο του pit lane. Ενδέχεται να εμφανιστεί τοπική παραμόρφωση, αλλά δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη συμπεριφορά των ελαστικών, καθώς στο Πριγκιπάτο τα ελαστικά υπόκεινται κυρίως σε φορτία που σχετίζονται με την πρόσφυση κατά την επιτάχυνση.

Το χαμηλό επίπεδο φθοράς των ελαστικών στην πίστα του Mονακό οδηγεί παραδοσιακά σε έναν αγώνα μιας αλλαγής. Εξαίρεση αποτέλεσε η περσινή χρονιά, όταν η FIA εισήγαγε μια πειραματική κανονιστική αλλαγή που υποχρέωνε τους οδηγούς να χρησιμοποιήσουν τουλάχιστον τρία διαφορετικά σετ ελαστικών, επιβάλλοντας έτσι τουλάχιστον δύο πιτ στοπ. Ο κανόνας εγκαταλείφθηκε και η κλασική μορφή επιστρέφει. 

Οι στρατηγικές επηρεάζονται πάνω από όλα από το αυτοκίνητο ασφαλείας και τις κόκκινες σημαίες, οι οποίες είναι αρκετά συχνές, δεδομένης της υψηλής πιθανότητας επαφής με τις μπαριέρες και της δυσκολίας απομάκρυνσης των μονοθεσίων χωρίς τη διακοπή του αγώνα. Το 2024, για παράδειγμα, μια κόκκινη σημαία στον πρώτο γύρο επέτρεψε σε όλους τους οδηγούς να συμμορφωθούν αμέσως με την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν και τις δύο γόμες, καθιστώντας εφικτή την ολοκλήρωση του υπόλοιπου Grand Prix με μια στρατηγική μεταξύ μέσης και σκληρής γόμας.