Αν νομίζατε ότι ο μοναδικός παράγοντας επιτυχίας σε εξετάσεις είναι το διάβασμα, πλανάσθε πλάνην οικτράν. Μια νέα επιστημονική έρευνα αποδεικνύε�� ότι οι βαθμολογικές διαφορές των παιδιών στις σχολικές και ακαδημαϊκές εξετάσεις, οφείλονται κατά 60% στο DNA που έχουν κληρονομήσει από τους γονείς τους.
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης του King's College του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή γενετικής Ρόμπερτ Πλόμιν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Scientific Reports", συσχέτισαν γενετικά δεδομένα από 12.500 διδύμους με τις επιδόσεις τους στις βρετανικές εξετάσεις GCSE –κάτι σαν τις δικές μας Πανελλήνιες.
Η μελέτη που πραγματοποίησαν δείχνει ότι οι επιδόσεις των μαθητών σε ένα ευρύ φάσμα μαθημάτων (λόγου χάριν σε γλώσσες, ιστορία, μαθηματικά, φυσική, βιολογία, πληροφορική, τέχνες κ.α.) επηρεάζονταν από τα ίδια γονίδια.
Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι η επίδραση των κληρονομικών γενετικών παραγόντων στις εξετάσεις ισχύει ακόμη κι αν αφαιρεθεί η επίδραση του δείκτη γενικής νοημοσύνης (IQ) κάθε παιδιού, ο οποίος επίσης καθορίζεται γενετικά. Όπως υπολογίσθηκε, η κληρονομικότητα του IQ φαίνεται να συμβάλει σχεδόν κατά το ήμισυ στη συνολική γενετική επίδραση πάνω στους βαθμούς των εξετάσεων. Το υπόλοιπο μισό αφορά την κληρονομική επίδραση σε άλλα γνωρίσματα του παιδιού (π.χ. μνήμη, συγκέντρωση, περιέργεια κ.α.).
Ακόμη, οι επιστήμονες ανέφεραν, ότι εφόσον τα ίδια γονίδια επηρεάζουν τις σχο��ικές επιδόσεις σε όλα τα μαθήματα, αν ένας μαθητής δεν τα καταφέρνει σε κάποιο από αυτά (π.χ. στα μαθηματικά), τότε ο «ένοχος» πρέπει να αναζητηθεί όχι σε κάποιο συγκεκριμένο γενετικό ελάττωμα, αλλά σε κάποια αρνητική περιβαλλοντική επίδραση στο παρελθόν.
Προς το παρόν όμως, οι επιστήμονες μπορούν να ισχυρισθούν μόνο με γενικό τρόπο ότι ο γενετικός παράγων ασκεί σημαντική επίδραση στην εκπαίδευση, καθώς δεν έχουν ακόμη εντοπίσει συγκεκριμένα γονίδια που παίζουν ρόλο-κλειδί σε αυτό. Το πιθανότερο είναι ότι εν προκειμένω πολλά γονίδια συνεργάζονται.
Πώς όμως δικαιολογείται αυτή η γενετική επίδραση;
Οι επιστήμονες συγκρίνουν τις επιδόσεις των ταυτόσημων ή μονοζυγωτικών διδύμων (που έχουν κοινό το 100% του DNA τους) με τις επιδόσεις των διζυγωτικών διδύμων (που μοιράζονται μόνο το 50% του DNA τους). Αν όντως τα γονίδια επιδρούν καθοριστικά στις βαθμολογικές διαφορές, τότε λογικά οι επιδόσεις των μονοζυγωτικών διδύμων με τα απολύτως κοινά γονίδια θα πρέπει να διαφέρουν πολύ λιγότερο μεταξύ τους από ό,τι των διζυγωτικών διδύμων που επηρεάζονται περισσότερο από το περιβάλλον. Και αυτό ακριβώς επιβεβαίωσε η νέα έρευνα.
Αλλοι πάντως επιστήμονες, όπως ο καθηγητής νευροεπιστήμης Τζον Χάρντι του University College του Λονδίνου (UCL) και ο καθηγητής γενετικής Ντάρεν Γκρ��φιν του Πανεπιστημίου του Κεντ, εμφανίσθηκαν πιο επιφυλακτικοί και δήλωσαν ότι είναι ακόμη πρόωρο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα και με βάση αυτά, να προταθούν νέες πολιτικές στα σχολεία.