Σύμφωνα με μια νέα μελέτη που είδε το φως της δημοσιότητας, οι γυναίκες που έχουν πατέρα, αδελφό ή γιο με καρκίνο του προστάτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν καρκίνο του μαστού. Μολονότι η συσχέτιση αυτή μοιάζει παράλογη, προγενέστερες μελέτες έχουν δείξει ότι ανάμεσα σε αυτές τις μορφές καρκίνου είναι κοινά ορισμένα ογκογονίδια, όπως τα BRCA 1 και 2 που ενοχοποιούνται για τις κληρονομούμενες μορφές τους, ενώ δεν αποκλείεται να παίζουν ρόλο και άλλα.
Όπως γράφουν στην επιθεώρηση «Cancer» επιστήμονες από τις ΗΠΑ, είναι καλά τεκμηριωμένο ότι ο κίνδυνος εκδηλώσεως της μιας ή της άλλης μορφής καρκίνου αυξάνεται όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό της ίδιας νόσου. Ωστόσο, λίγα είναι γνωστά για την «ενδοοικογενειακή» συσχέτιση του καρκίνου του μαστού με τον καρκίνο του προστάτη.
Για να διερευνήσουν το θέμα, οι επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Wayne, στο Ντιτ��όιτ, παρακολούθησαν έως το 2009 την πορεία της υγείας 78.171 γυναικών, οι οποίες εντάχθηκαν στη μελέτη τους την περίοδο 1993-1998, όταν είχαν ηλικία 50 ετών και άνω.
Κατά την έναρξη της μελέτης καμία εθελόντρια δεν έπασχε από καρκίνο του μαστού, αλλά έως το τέλος της είχαν καταγραφεί 3.506 κρούσματα της νόσου. Όπως διαπίστωσαν, όσες εθελόντριες είχαν ιστορικό καρκίνου του προστάτη σε πρώτου βαθμού συγγενή (πατέρα, αδελφό ή/και γιο) διέτρεχαν κατά 14% υψηλότερο κίνδυνο να εκδηλώσουν οι ίδιες καρκίνο του μαστού. Όσες, όμως, είχαν ταυτοχρόνως και οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, διέτρεχαν κατά 78% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού, σε σύγκριση με τις συνομήλικές τους δίχως οικογενειακό ιστορικό των δύο καρκίνων.
«Τα ποσοστά αυτά σημαίνουν μέτρια αύξηση του κινδύνου όταν υπάρχει μόνο το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του προστάτη, αλλά σημαντική όταν συνυπάρχει ιστορικό καρκίνου του μαστού», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Τζένιφερ Λ. Μπίμπι-Ντάιμερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ογκολογίας του πανεπιστημίου. Επομένως, «οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρες οικογενειακό ιστορικό, και για τα δύο φύλα, ιδίως όσον αφορά τους συγγενείς πρώτου βαθμού, για να αποκομίζουν πλήρη εικόνα του δυνητικού κινδύνου που διατρέχουν ��ι ασθενείς τους», πρόσθεσε.