​Τον κώδωνα του κινδύνου από την αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών κρούει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στην πρώτη του σχετική έκθεση.

«Οδηγούμαστε στη μετά τα αντιβιοτικά εποχή, στην οποία κοινές λοιμώξεις και μικρά τραύματα που επί δεκαετίες ήταν θεραπεύσιμα μπορούν και πάλι να σκοτώσουν», εξηγεί ο Κέιτζι Φουκούντα, βοηθός γενικός διευθυντής του ��ΟΥ και αρμόδιος για την ασφάλεια της δημόσιας υγείας.

Όπως αναφέρει η έκθεση, η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά μπορεί δυνητικά να εμφανισθεί σε όλους, σε οποιαδήποτε ηλικία και σε οποιαδήποτε χώρα, επισημαίνοντας ότι το φαινόμενο αυτό αποτελεί μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία.

Στην έκθεσή του ο ΠΟΥ αναφέρει το παράδειγμα της βλενόρροιας, η οποία αν και θεωρείται μια απλή σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια, τείνει να μετατραπεί και πάλι σε θανατηφόρα νόσο, αφού είναι πάρα πολύ ανθεκτική στα αντιβιοτικά.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Αυστρία, Αυστραλία, Βρετανία, Καναδά, Γαλλία, Ιαπωνία, Νορβηγία, Σουηδία, Βόρεια Αφρική και Σλοβενία έχουν καταγραφεί ασθενείς με βλενόρροια, οι οποίοι δεν μπορούν να θεραπευτούν, όποια αντιβίωση κι αν πάρουν.

«Υπερμικρόβια που έχουν δημιουργηθεί από την κατάχρηση ή την κακή χρήση των αντιβιοτικών είναι ικανά να διαφεύγουν ακόμη και από τα ισχυρότερα αντιβιοτικά, που ονομ��ζονται καρμπαπενέμες», αναφέρεται στην έκθεση.

Ενδεικτικό του πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση είναι το γεγονός ότι σε κάποιες τα μικρόβια αντιστέκονται και στα πιο σύγχρονα αντιβιοτικά. Έτσι ασθενείς με μια απλή πνευμονία ή λοιμώξεις του αίματος κινδυνεύουν ακόμα και να χάσουν τη ζωή τους.

«Ο κόσμος πρέπει να οργανώσει άμεσα μια απάντηση όπως έκανε με την κρίση του AIDS στη δεκαετία του '80. Απαιτείται πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση του φαινομένου αλλά και η απαραίτητη χρηματοδότηση για την έρευνα», επισημαί��ει η Λόρα Πίντοκ, καθηγήτρια Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ στη Βρετανία.