Η μελέτη αφορούσε 36 υγιείς φοιτητές του Πανεπιστημίου του Stanford και 12 φοιτητές με χρόνιους πόνους, οι οποίοι δεν είχαν δει αποτελέσματα από άλλες θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκαν. Στο πείραμα που πραγματοποιήθηκε, στα άτομα που δεν είχαν χρόνιους πόνους, επιβλήθηκε τεχνητός πόνος μέσω αυξημένης θερμότητας στην παλάμη του δεξιού χεριού τους.

Οι οδηγίες στις οποίες έπρεπε να υπακούσουν ήταν οι εξής:

• Μετατόπιση της προσοχής σε ένα σημείο του σώματος που δεν αισθανόταν πόνο

• Αντιμετώπιση του πόνου ως ανώδυνου και μη βλαβερο�� παράγοντα

• Κατηγοριοποίηση του πόνου ως χαμηλής ή υψηλής έντασης

• Διατήρηση του ελέγχου όσον αφορά τον πόνο

Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν ότι θα υποβληθούν σε μαγνητική τομογραφία και θα μπορούσαν να την παρακολουθήσουν σε πραγματικό χρόνο. Από τη διαδικασία εξαιρέθηκαν τέσσερις ασθενείς με χρόνιους πόνους οι οποίοι διδάχτηκαν πώς να ελέγχουν το σώμα τους παρατηρώντας τις λειτουργίες του (ρυθμός αναπνοής και καρδιογράφημα).

Οι τομογραφίες επικεντρώθηκαν σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αίσθηση του πόνου. Διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα του πόνου καθώς παρατηρούσαν πώς αντιδρά το μυαλό τους στον πόνο.

Οι ερευνητές και ο Sean Mackey, βοηθός καθηγητή Αναισθησιολογίας του Stanford προσπάθησαν να μπερδέψουν τα άτομα που λάμβαναν μέρος στην μελέτη, δίνοντας τους ψεύτικες μαγνητικές τομογραφίες.

Διαπιστώθηκε, ότι αυτά τα άτομα καθώς και οι τέσσερις εκείνοι που δεν υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία δεν κατάφεραν να ελέγξουν τόσο καλά τον πόνο. Οι υπεύθυνοι της έρευνας διαπίστωσαν επιπλέον ότι τα άτομα που έβλεπαν τη μαγνητική τομογραφία μπόρεσαν και έλεγξαν τον πόνο μέσω του μυαλού τους.

Το αποτέλεσμα αυτό της έρευνας είναι πολύ σημαντικό και ελπιδοφόρο, γιατί μπορεί να βοηθήσει ασθενείς να αντιμετωπίσουν τους χρόνιους πόνους.

Βασιλική Καρυώτη