Η 21η Απριλίου είναι βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Τη μέρα εκείνη, το 1967, ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες Γιώργος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος, κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα και, με στρατιωτικό πραξικόπημα, επέβαλαν μια στυγνή δικτατορία, που διήρκησε 7 ολόκληρα χρόνια.

Ήταν προεκλογική η περίοδος εκείνη για τη χώρα, με διαδεδομένη την πεποίθηση ότι τις εκλογές θα κέρδιζε η Ένωση Κέντρου, που, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, θα επανερχόταν θριαμβευτικά στην εξουσία.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι κάποιοι στρατηγοί, κάποιοι δεξιοί πολιτικοί, το Παλάτι και οι Αμερικανοί θα ήθελαν μια μικρής διάρκειας συνταγματική εκτροπή, για την επαναφορά της πολιτικής κατάστασης στη σωστή ρότα. Τα σχέδια δεν υλοποιήθηκαν, όμως, ποτέ, καθώς οι μικρότεροι αξιωματικοί, με πρόσχημα έναν ενδεχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο, τους πρόλαβαν.

Ο στρατός τότε ήταν πανίσχυρος, καθώς βρισκόμασταν μόλις λίγα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Το δε Παλάτι ήταν ένας αυτόνομος πόλος εξουσίας, ενώ οι πολιτικοί της τελευταίας 15ετίας ασχολήθηκαν κυρίως με την πολιτική ανάπτυξη κι ανοικοδόμησης της χώρας.

Τις πρώτες πρωινές ώρες, λοιπόν, της 21ης Απριλίου, εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, λίγες ώρες μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

Η έφεση στη συνωμοσία των Παπαδόπουλου, Μακαρέζου και Παττακού, σε συνδυασμό με τον «ύπνο» των δημοκρατικών κυβερνήσεων, έφερε στις νευραλγικές θέσεις του στρατού ανθρώπους μυημένους στα σχέδια της τριάδας και πρόθυμους να τα ακολουθήσουν. Παράλληλα, στην Αθήνα υπήρχαν μεγάλες μάχιμες μονάδες, όπως το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων (σημερινή Πολυτεχνειούπολη), με διοικητή τον ταξίαρχο Παττακό.

Στις 2 τα ξημερώματα, τα πρώτα τανκς βγήκαν από εκεί και κατέλαβαν όλα τα στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, όπως τη Βουλή, τον ΟΤΕ, τα υπουργεία και τα Ανάκτορα, ενώ ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς εξαπέλυε πιστές στο κίνημα δυνάμεις για να συλλάβουν το σύνολο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Οι πραξικοπηματίες, εκτός των άλλων, έθεσαν σε εφαρμογή το ΝΑΤΟικό σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου. Έτσι, κινήθηκαν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Μεγάλη ήταν η συμβολή του διοικητή της Σχολής Ευελπίδων, Δημήτρη Ιωαννίδη, ο οποίος κινητοποίησε το τάγμα της σχολής και τη Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΣΑ).

Από τις πρώτες ενέργειες των συνωμοτών ήταν η σύλληψη του αρχηγού του ΓΕΣ, αντιστράτηγου Σπαντιδάκη, και η αντικατάστασή του με τον ομοιόβαθμό του και μυημένο στο κίνημα, Οδυσσέα Αγγελή. Εκείνος έδωσε εντολή για την εφαρμογή του «Προμηθέα», εξασφαλίζοντας την υπακοή του στρατεύματος σε όλη τη χώρα.

Μέσα στην επόμενη 1,5 ώρα, το στρατιωτικό κίνημα είχε επικρατήσει αναίμακτα. Το ραδιόφωνο ΕΙΡ έπαιζε από νωρίς το πρωί της 21ης Απριλίου εμβατήρια και δημοτικά άσματα. Τότε ακούστηκαν τα πρώτα δικτατορικά «Αποφασίζομεν και Διατάζομεν», με τα οποία απαγορεύτηκαν οι συγκεντρώσεις άνω των 3 ατόμων. Οι διατάξεις του Συντάγματος ανεστάλησαν και οι εκλογές, φυσικά, ματαιώθηκαν.

Στις 7 το πρωί της ημέρας εκείνης, οι πραξικοπηματίες έφτασαν στα Ανάκτορα του Τατοΐου στον Βασιλιά Κωνσταντίνο, ζητώντας του να ορκίσει την κυβέρνησή τους. Υπό την απειλή των τανκς, που είχαν ζώσει την περιοχή, ο βασιλιάς υποχώρησε και συμβιβάστηκε «για να μην χυθεί αίμα ελληνικό», όπως είπε. Οι συλλήψεις, όμως, απλών πολιτών είχαν ήδη αρχίσει, ενώ υπήρξαν και τα πρώτα θύματα. Ο Ιππόδρομος εξελίχθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και δολοφονούνταν πολίτες που δεν υπάκουγαν σε διαταγές. Τις δολοφονίες αυτές ακολούθησε η ανακοίνωση της Χούντας ότι οι συλληφθέντες, κυρίως αριστερών πεποιθήσεων, ανέρχονταν σε 6.509 άτομα.

Για 7 χρόνια, η Ελλάδα «μπήκε στον γύψο», όπως έλεγε ο «ηγέτης» της, Παπαδόπουλος. Το 1974, πια, η δικτατορία κατέρρευσε, αφήνοντας πίσω της μνήμες σκοτεινές και δυσβάσταχτες.

 

Tags: