Μια «ανάσα» από την Ακρόπολη, ανάμεσα σε Θησείο και Πνύκα, εκεί που «χτυπά» η «καρδιά» της ελληνικής ιστορίας, βρίσκεται ο λόφος του Φιλοπάππου. Πρόκειται για έναν πνεύμονα πρασίνου έκτασης περίπου 700 στρεμμάτων, όπου καθημερινά, τουρίστες, μαμάδες με τα παιδιά τους, ζευγάρια, ηλικιωμένοι, αλλά και νέοι που αγαπούν τον αθλητισμό και τη φύση, απολαμβάνουν την βόλτα τους. Εκεί όμως, πίσω από δέντρα και κλαδιά, ανάμεσα στα μονοπάτια, βρίσκεται ένας αθέατος κόσμος, αυτός των αστέγων.

 

Το star.gr, θέλησε να κάνει μια βόλτα στο Φιλοπάππου. Μία βόλτα όμως διαφορετική. Από αυτές που τα μάτια και η ψυχή σου είναι «ορθάνοιχτα» και παρατηρούν κάθε τι. Από τις βόλτες που δεν θες απλά να απολαύσεις έναν περίπατο αλλά να αφουγκραστείς ανθρώπους που άλλοτε δεν παρατηρούσες καν.

 

Με τη σκέψη αυτή ξεκίνησα την περιπλάνησή μου στο λόφο του Φιλοπάππου. Δεν άργησα να συναντήσω έναν άνδρα και μια γυναίκα με το σκυλάκι της, να κάθονται συζητώντας σε ένα παγκάκι. Τους πλησίασα και πιάσαμε κουβέντα.

«Βγάζω καθημερινά τον σκύλο μου βόλτα εδώ», μου είπε η γυναίκα. «Είναι πολύ όμορφα, όμως πονάει η ψυχή σου όταν συναντάς αστέγους να περιπλανιούνται ή και να κοιμούνται εδώ». «Παλιότερα υπήρχε ολόκληρος αυτοσχέδιος οικισμός αστέγων», μου λέει ο άντρας, προσθέτοντας πως πολλούς τους «μάζεψε ο Δήμος. Κάτι πρέπει να γίνει με αυτούς τους ανθρώπους. Το κράτος που είναι;»

 

Στη συνέχεια συνέχισα να περπατώ ανάμεσα στα δέντρα. Συνάντησα άδεια παγκάκια, μαμάδες να κάνουν βόλτα με τα παιδιά τους, παρέες να κάνουν αστεία. Ανέβηκα πιο ψηλά και τότε είδα από μακριά τρεις άνδρες να κάθονται αντικριστά σε ένα ξύλινο πάγκο. Στο χώμα είχαν μέσα σε σακούλες πράγματα. Ανάμεσα σε δύο δέντρα κρεμόταν ένα σχοινί με μανταλάκια. Ένα άδειο μπουκάλι κρασί ήταν πεταμένο στην άκρη. Ένα φαναράκι κρεμόταν από ένα κλαδί και μια χριστουγεννιάτικη μπάλα σε ένα άλλο.

 

Τους πλησίασα. Στην αρχή ήταν πολύ επιφυλακτικοί μαζί μου. Δεν εμπιστεύονται εύκολα τους ανθρώπους γιατί έχουν μάθει να ζουν στο δρόμο και έχουν έρθει αντιμέτωποι με πολύ επικίνδυνες καταστάσεις. Έχουν μάθει να ζουν με τον φόβο, όπως μου είπαν οι ίδιοι στην πορεία της συζήτησής μας.

Τελικά κατάφερα να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους και άρχισαν να μου λένε για τις δυστυχισμένες ζωές τους, για το πώς κατέληξαν να ζουν στο λόφο του Φιλοπάππου.

Ο Ιωσήφ, είναι πρώτος που με εμπιστεύτηκε και σταμάτησε πρώτος από όλους να με κοιτά με καχυποψία. Είναι 54 ετών και τα τελευταία 8 χρόνια άστεγος. Μένει στο λόφο του Φιλοπάππου, ανάμεσα στα δέντρα και οι μόνοι φίλοι που έχει είναι 2-3 άλλοι άστεγοι. «Όταν βρέχει μόνο πάω κάπου που να έχει σκέπαστρο για να μην βρέχομαι εγώ και τα πράγματά μου. Λίγοι μένουν πλέον εδώ. Ο καθένας είναι μόνος του. Ο καθένας και ο Θεός του», μου λέει.

Ο Ιωσήφ δεν έχει δουλειά, δεν έχει σπίτι, δεν έχει συγγενείς. «Και τι τρως;» τον ρωτάω. «Ή μαγειρεύω εδώ σε γκαζάκι ή πάω στα συσσίτια. Μια φουρνάρισσα εδώ στην περιοχή επίσης μας δίνει που και που ψωμί. Κανένας άλλος δεν μας βοηθά ενώ χιλιάδες κόσμου, τουρίστες και ημεδαποί βολτάρουν εδώ καθημερινά, είναι σαν μην υπάρχουμε για αυτούς. Όσο για το κράτος; Άφαντο! Μέχρι και τα σκουπίδια από τους κάδους εμείς τα μαζεύουμε»!

Ο Άνταμ είναι 37 ετών από την Πολωνία.  Είναι άστεγος εδώ και 5 χρόνια. Κολλητός φίλος του Ιωσήφ. «Φίλοι μας μόνο είναι άλλοι άστεγοι και τα σκυλιά. Έχουμε τη σκύλα τη Λάουρα, να μας προστατεύει το βράδυ», σημειώνει.

«Για το κράτος δεν υπάρχουμε. Μόνο μνημόνια ξέρουν να υπογράφουν. Πώς να ζήσω με 20 ευρώ μεροκάματο; Τα έξοδα έτρεχαν και εγώ έμεινα στο δρόμο, χωρίς κανέναν», συμπληρώνει.

«Η ζωή για εμάς είναι δύσκολη. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Δεν ξέρουμε αύριο αν θα ζούμε. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι περνάμε παρά μόνο αν βρεθεί στην ίδια κατάσταση με εμάς», υπογραμμίζει.

«Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να μην έχεις που να μείνεις. Υπάρχουν μέρη που μπορούμε να πηγαίνουμε αλλά οι συνθήκες είναι άθλιες. Ο ένας κοιμάται πάνω στον άλλο. Μαζί κλέφτες, αλκοολικοί, ναρκομανείς. Εδώ στο λόφο είναι καλύτερα», λέει ενώ όπως καταγγέλλει ο ίδιος «Οι χώροι φιλοξενίας αστέγων κα τα συσσίτια δεν λειτουργούν όλο το χρόνο. Δύο μήνες το καλοκαίρι είναι κλειστά».

Οι άστεγοι του Φιλοπάππου, προσπαθούν να φτιάξουν τον περιβάλλοντα χώρο τους όσο καλύτερα μπορούν. Ο Άνταμ μου έδειξε τα δέντρα και τα λουλούδια που έχουν φυτέψει με τα ίδια τους τα χέρια. «Εδώ έχει πρασινάδα για τις χελωνίτσες μας», μου αναφέρει.

Έφτασε η ώρα να φύγω… Περπατούσα και σκεφτόμουν όσα μου είπαν οι δύο άντρες. Σκέφτηκα πόσες φορές μπορεί να έχουμε περάσει δίπλα από ανθρώπους που έχουν ανάγκη και τους έχουμε αγνοήσει επιδεικτικά. Θύμωσα! Θύμωσα και με τον εαυτό μου αλλά και με το κράτος, με την κοινωνία. Πως είναι δυνατόν εν έτει 2017, σε μια ευρωπαϊκή χώρα να υπάρχουν άνθρωποι που παγώνουν στο κρύο χωρίς να έχουν ένα πιάτο φαΐ για να χορτάσουν την πείνα τους; Πως είναι δυνατόν αντί να δίνουμε το χέρι μας σε αυτούς τους ανθρώπους να φοβόμαστε να τους πλησιάσουμε μήπως πάθουμε κακό;

Δυστυχής τελικά είναι ο άνθρωπος που περιχαρακώνεται στον μικρόκοσμό του. Σε αυτόν της προσωπικής και επαγγελματικής του επιτυχίας. Σε αυτόν που προτεραιότητα έχει η  ικανοποίηση του ΕΓΩ. Κοιτάξτε γύρω σας, χαμηλώστε το βλέμμα, παρατηρήστε, νιώστε, μιλήστε με τους διπλανούς σας! ΑΣ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ από τον λήθαργο επιτέλους!

 

 

Ρεπορτάζ: Μαρία Κυπραίου

email: mkipreou@star.gr

Tags: