Το μυαλό του Ασημάκη Κατσούλα εδώ και καιρό ήταν κολλημένο στην ημέρα που οι βαριές πύλες των φυλακών θα άνοιγαν και ο ίδιος θα ήταν ελεύθερος. Τελικά μετά από δέκα και πλέον αιτήσεις αποφυλάκισης τα κατάφερε. Και όλα αυτά, -σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα- έχοντας «λευκό ποινικό μητρώο» μέσα στη φυλακή παρότι κατηγορήθηκε για σοβαρά αδικήματα, που όμως για όλα αθωώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

Τηλεφωνούσε σε κοριτσάκια και έπαιζε Τζόκερ

Προτού μεταφερθεί στις Αγροτικές Φυλακές της Κρήτης ο Κατσούλας πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα στις Φυλακές του Μαλανδρίνου. Ο ισοβίτης συνήθιζε να κινείται αθόρυβα και, όπως λένε άνθρωποι που τον γνωρίζουν, μεγάλο πάθος του είναι ο τζόγος. Καθημερινά έβρισκε τον τρόπο -είτε με κρατούμενους που έπαιρναν άδειες, είτε με άτομα που είχαν τη δυνατότητα να βγαίνουν έξω- να δίνει χρηματικά ποσά για να παίζει συγκεκριμένους αριθμούς στο Τζόκερ. Αυτό που πραγματικά επιθυμούσε, όμως, ήταν μόλις θα αποφυλακιζόταν να έχει χρήματα για να φτιάξει τη ζωή του.

Τον Μάιο του 2010, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μετά από έρευνες τριών μηνών έπεσε πάνω του. Όταν οι γονείς δύο κοριτσιών καταγγέλλουν ότι άγνωστοι παρενοχλούν σεξουαλικά τα παιδιά τους, οι αναλυτές της υπηρεσίας μετά από αναζήτηση των τηλεφωνικών ιχνών και την άρση του απορρήτου φτάνουν στις Φυλακές Μαλανδρίνου. Αστυνομικοί μπαίνουν στα κελιά και ψάχνουν τις τηλεκάρτες κρατουμένων. Η μία ανήκει στον Ασημάκη Κατσούλα και η άλλη σε έναν ισοβίτη. Και οι δύο, πάντως, φέρονται να ταυτοποιούνται με τις κλήσεις που έγιναν στα σπίτια των κοριτσιών.

Ο Κατσούλας και ο ισοβίτης φίλος του κατηγορήθηκαν ότι για έναν ολόκληρο χρόνο έπαιρναν τυχαίους τηλεφωνικούς αριθμούς για να εντοπίσουν ανήλικα κορίτσια. Σε πολλούς γονείς που σήκωναν το τηλέφωνο παρουσιάζονταν ως αστυνομικοί που ερευνούσαν υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας και τους έπειθαν να τους δώσουν τα παιδιά τους στο ακουστικό προκειμένου να τους κάνουν μια τυπική ενημέρωση. Κατάφεραν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη κάποιων μικρών κοριτσιών και στη συνέχεια, όταν οι γονείς τους απουσίαζαν, έκαναν μαζί τους συζητήσεις σεξουαλικού περιεχομένου προκειμένου να εκτονώνουν τα διεστραμμένα τους πάθη. Στην Ασφάλεια υπολογίζουν τον αριθμό των ανήλικων θυμάτων σε δέκα. 

Ο Κατσούλας αρνήθηκε κάθε εμπλοκή και για μία ακόμη φορά δήλωσε θύμα σκευωρίας. Είπε ότι δεν γνώριζε τον εν λόγω ισοβίτη και υποστήριξε ότι μπορεί να υπήρξε σατανιστής, αλλά δεν είναι παιδεραστής. Ολα τα έκαναν, είπε, για να τον χτυπήσουν και να του κόψουν τις άδειες που έπαιρνε.

Η αρπαγή στην Άμφισσα

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το όνομα του αρχισατανιστή ενεπλάκη σε μία άλλη, άκρως σοβαρή υπόθεση. Τον Μάρτιο του 2005 πήρε μία ακόμη πενθήμερη άδεια και με το αυτοκίνητο της μητέρας του, φεύγοντας για την Αθήνα, εντόπισε στην επαρχιακή οδό Ιτέας - Δεσφίνας μια νεαρή κοπέλα. Σταματά, σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο, και παριστάνοντας τον αστυνομικό ζητά να ελέγξει την ταυτότητά της. Εκείνη, ανυποψίαστη, του λέει ότι είναι από την Αλβανία και πως δεν έχει μαζί της τα χαρτιά. Με αυστηρό ύφος τη διατάζει να μπει στο αυτοκίνητο για να πάνε στο Τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων.

Η 23χρονη μητέρα ενός ανήλικου παιδιού αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι αστυνομικός και από τον φόβο της λιποθυμάει. Τότε εκείνος αντιδρώντας ψύχραιμα την κατεβάζει στην Ιτέα και εξαφανίζεται.

Η νεαρή πηγαίνει στην Αστυνομία και αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Κατσούλα τον άνθρωπο που παρίστανε τον αστυνομικό. Όταν όμως μαθαίνει ότι αυτός ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο αρχισατανιστής της Παλλήνης, αρνείται να παραστεί στο δικαστήριο και εξαφανίζεται. Στη δίκη, ο Κατσούλας θα αθωωθεί. Για άλλη μια φορά, βέβαια, διαλαλεί ότι έπεσε θύμα πλεκτάνης που του έστησαν συγκρατούμενοί του ισοβίτες για να τον τιμωρήσουν και να κλείσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς που είχαν μαζί του.

Οι σατανιστικές επιστολές και το βιβλίο που δεν εκδόθηκε

Εννέα χρόνια μετά την αποκάλυψη των αποτρόπαιων πράξεών του ο πρωταγωνιστής της υπόθεσης των σατανιστών της Παλλήνης διέρρεε ότι ήταν έτοιμος να εκδώσει βιβλίο που αποκαλούσε «Φαντασιώσεις ενός σαλεμένου μυαλού». Είχε κατανοήσει, όπως υποστήριζε, το μέγεθος της φρίκης για τις ανθρώπινες ζωές που είχε «θυσιάσει» και έψαχνε τρόπο να εξιλεωθεί.

Έτσι, ξεκίνησε να γράφει για κάτι που, όπως υποστήριζε, γνωρίζει καλά. Μάλιστα την εποχή εκείνη είχαν διαρρεύσει και αποσπάσματα, που αναφέρονταν στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι μυούνται στον σατανισμό: «Η ένταξη των νέων στον χώρο του σατανισμού γίνεται σταδιακά. Ξεκινούν με συναντήσεις γύρω από το τραπεζάκι με τη μετακίνηση του ποτηριού, αρχικά εντυπωσιάζονται και παράλληλα τους δημιουργείται ένα αίσθημα φόβου από αυτές τις εμπειρίες και μεταπηδούν από τον “πνευματισμό” στον σατανισμό. Φυσικά τώρα είμαι σε θέση να ερμηνεύσω γιατί το τραπεζάκι ή το ποτήρι κινούνται. Δεν είναι τα πνεύματα των αποθανόντων ούτε τα πνεύματα των δαιμόνων που τα κάνουν να κινούνται, αλλά το ασυνείδητο εκείνων που συμμετέχουν στη συνάντηση», ανέφερε.

Με την πάροδο του χρόνου έχει μετατοπιστεί ο τόπος συναθροίσεως και οι συναντήσεις γίνονται πλέον σε υπόγεια, σε δωμάτια, σε απόκρημνα μέρη, δάση, ακόμη και σε νεκροταφεία, όπου όχι σπάνια ανοίγονται και τάφοι. Τα “αθώα παιχνίδια” των ταρό, της αστρολογίας, του τραπεζιού με το ποτήρι διαδέχονται πιο σκληρές μορφές φτάνοντας στη μαύρη μαγεία και τον σατανισμό».

Μέχρι και στις συνέπειες που θα έχουν τα μέλη σατανιστικών οργανώσεων αν κάποτε θελήσουν να φύγουν αναφερόταν: «Αν κάποια στιγμή θελήσει να αποχωρήσει, τότε έρχεται ο φόβος, ο εκβιασμός, που δεν μπορεί να αποδεσμευτεί εύκολα με την ομάδα. Φοβάται την εκδίκηση αν λιποτακτήσει, γιατί τους έχουν κάνει να πιστέψουν ότι μπορούν να θανατώνουν όποιον τους εγκαταλείπει ή τους προδίδει. Αλλοι πιστεύουν ότι θα τους σκοτώσει ο ίδιος ο σατανάς, αν τον προδώσουν».

Είχαν προηγηθεί μια σειρά σατανιστικών επιστολών που φέρονται να γράφτηκαν το 1997 από την πένα του Κατσούλα με παραλήπτριες φίλες του από την περιοχή της Παλλήνης. Τα γράμματα που εμπεριείχαν σατανιστικά σύμβολα έφτασαν στα χέρια της Αστυνομίας και οι αξιωματικοί που χειρίζονταν την υπόθεση έλεγαν ότι ο άνθρωπος που τις έγραψε όχι μόνο δεν έχει μετανιώσει, αλλά είναι ταγμένος στον σατανισμό και ότι επρόκειτο για επιστολές μύησης στον σκοτεινό κόσμο του Εωσφόρου.

Ο ίδιος και σε αυτή την περίπτωση αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τις ανατριχιαστικές επιστολές. Δήλωσε θύμα σκευωρίας και μέσω των δικηγόρων του ζήτησε την εξέτασή τους. Ωστόσο, οι επιστολές δεν βρέθηκαν πουθενά. Υπήρξαν ή δεν υπήρξαν; Απείλησε ο Κατσούλας μέσω των γραμμάτων που έστελνε ότι αν βγει έξω θα σκοτώσει τη μητέρα μιας κοπέλας που εμπόδιζε την επικοινωνία του μαζί της; Τον επισκέφθηκε μία από τις νεαρές παραλήπτριες στις Φυλακές της Λάρισας; Την απείλησε όταν αυτή διέκοψε τις επαφές μαζί του; Η υπόθεση των επιστολών δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, ούτε φυσικά κατέληξε στα δικαστήρια.

Ο «Εωσφόρος»   της Παλλήνης

Τον Σεπτέμβριο του 1991, μια γλυκιά φθινοπωρινή μέρα, ο Ασημάκης Κατσούλας έχει ραντεβού με τον κολλητό του Μάνο Δημητροκάλη και την κοπέλα του. Όταν συναντιούνται, η ομορφιά της 18χρονης Δήμητρας Μαργέτη δεν τον αφήνει ασυγκίνητο.

Είναι όμως έξυπνος, πολύ έξυπνος για να δείξει κάτι μπροστά στον κολλητό του εκείνη τη στιγμή, ενώ η νεαρή κοπέλα διαισθάνεται κάτι απροσδιόριστο μετά την πρώτη χειραψία.

Η μύηση της Δήμητρας και ο πρώτος φόνος

Ακόμη και σήμερα, ο Ασημάκης Κατσούλας είναι ένα πρόσωπο που πολλοί κάτοικοι της Παλλήνης δεν θέλουν να ξέρουν ότι υπάρχει. Ο «μαύρος άγγελος», όπως τον χαρακτήρισαν τα ΜΜΕ, ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ένας νέος με τρομερά έντονη -καθηλωτική για πολλούς-προσωπικότητα που είχε το χάρισμα να παίρνει από τους άλλους αυτό που ήθελε. Μετά από λίγους μήνες κατάφερε να χωρίσει τον Δημητροκάλη και τη Μαργέτη βάζοντας λόγια ταυτόχρονα και στους δύο, σύμφωνα με τα όσα του πρόσαψε αργότερα η νεαρή τότε κομμώτρια. 


Λίγο καιρό μετά θα γίνουν ζευγάρι. Με τη μοναδική πειθώ που τον διέκρινε και τον Δημητροκάλη να ακολουθεί, ο Κατσούλας θα καταφέρει να μυήσει τη νεαρή στον σατανισμό με μια τελετή που η ίδια δεν ξέχασε ποτέ. Έμεινε ολόγυμνη μέσα σε μια σπηλιά με τον Κατσούλα να περιφέρει ένα σπαθί πάνω από τους ώμους της, ενώ η ίδια διάβαζε τον όρκο της σιωπής για τα όσα θα γίνονταν αργότερα. Η πρώτη δολοφονία στο όνομα του Σατανά θα γίνει στις 27 Αυγούστου του 1992, όταν η τριάδα θα περιλάβει τη 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου, μια πανέμορφη έφηβη που είχε γίνει φίλη της Μαργέτη μετά από παρότρυνση του Κατσούλα και του Δημητροκάλη. Όταν η ανήλικη μπαίνει στο αμάξι τους δεν μπορεί καν να υποψιαστεί ότι αυτές θα είναι οι τελευταίες και πιο φρικιαστικές ώρες της ζωής της.

Στο Σέσι Κορωπίου έχει σουρουπώσει όταν το διαβολικό τρίο φτάνει στον τόπο μαρτυρίου της Θεοδώρας. Είχαν προηγηθεί διάφορες τελετές σατανισμού και δοξολογίας του Εωσφόρου, καθώς και προσπάθειες προσηλυτισμού νεαρών από την Παλλήνη, οι οποίοι μαγεύονταν από τον επιβλητικό Μάκη και τα λόγια του. Κατσούλας και Δημητροκάλης στέλνουν τη Μαργέτη να περιμένει στο αυτοκίνητο προκειμένου να αναλάβουν οι ίδιοι τη μύηση της Θεοδώρας Συροπούλου. 

Το θύμα μένει ολόγυμνο μπροστά τους, αλλά όταν αρχίζει να αντιστέκεται είναι πια πολύ αργά. Οι δύο νεαροί τη στραγγαλίζουν, ασελγούν πάνω της και όταν όλα τελειώνουν, βάζουν φωτιά στον χώρο προκειμένου να εξαφανίσουν τα ίχνη της. Φεύγουν αλλόφρονες και εκστασιασμένοι. Ο κύκλος του αίματος που άνοιξε εκείνο το σούρουπο στο Σέσι θα έχει και συνέχεια...

Οι «αστυνομικοί» που ήταν δαίμονες

Ήταν Μεγάλη Τετάρτη, τον Απρίλιο του 1993, όταν η εντυπωσιακή Γαρυφαλλιά Γιούργα, παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, που επέστρεφε στο σπίτι της στα Γλυκά Νερά, σταμάτησε στο νόημα δύο νεαρών «αστυνομικών»... Με την πρόφαση ενός τυπικού ελέγχου, η άτυχη γυναίκα επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο του Κατσούλα και δεν αντιλαμβάνεται αρχικά ότι το ρολόι της ζωής της μετράει αντίστροφα. Το καταλαβαίνει μόνο όταν το αυτοκίνητο σταματά σε μια ερημική τοποθεσία στο Κορωπί και οι δύο νεαροί τη βγάζουν έξω και της περνάνε χειροπέδες. 

Ακολουθούν οι τελευταίες εφιαλτικές στιγμές της ζωής της, ο βιασμός και η δολοφονία της: τη χτυπάνε με μια τεράστια πέτρα στο κεφάλι. 

Το πτώμα της θα βρεθεί σε κατάσταση προχωρημένης σήψης και θα αναγνωριστεί μόνο από κάποια ιδιαίτερα σημάδια στο κορμί της. Ο αδερφός της μετά βίας κρατιέται όρθιος αντικρίζοντας το πτώμα της, την ίδια ώρα που οι δολοφόνοι της κυκλοφορούν ελεύθεροι. Μόνο που πλέον ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει αντίστροφα και για το διαβολικό τρίο της Παλλήνης. Η Αστυνομία που είχε κινητοποιηθεί από τη δολοφονία της Συροπούλου άρχισε να ερευνά σε βάθος την υπόθεση.

Ταυτόχρονα, δύο αδερφές από την Παλλήνη, που είχαν μυηθεί από τον Κατσούλα και ήξεραν για τη δολοφονία της Συροπούλου, μιλάνε στις Αρχές για τον «μαύρο άγγελο» και την παρέα του. Το διαβολικό τρίο συλλαμβάνεται στις 23 Δεκεμβρίου του 1993 και η Ελλάδα συγκλονίζεται από τη σωρεία αποκαλύψεων σε εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς. Η ιδιωτική τηλεόραση έχει μόλις ανθίσει στην Ελλάδα και το θέμα πουλάει τρελά - τόσο ώστε να μονοπωλεί σχεδόν τα δελτία ειδήσεων και τις τηλεθεάσεις.

Ο «μαύρος άγγελος» θα πρέπει να μένει στο πατρικό του σπίτι και να παρουσιάζεται δύο φορές τον μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα Παλλήνης. Αυτό που θα φανεί το ερχόμενο διάστημα είναι κατά πόσο θα εμφανίζεται στην πόλη όπου έδρασε ως ηγετική μορφή μιας εγκληματικής ομάδας.

Πηγή: Πρώτο Θέμα
Tags: