Τον όγδοο χρόνο εφαρμογής μνημονίων διανύει η Ελλάδα, και ακόμη δεν έχει καταφέρει να βγει από αυτά, με τη χώρα να βιώνει παράλληλα ένα βαρύ κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα που δεν έχει καταφέρει να «ξεφύγει» από την κρίση, επιχειρεί να απαντήσει με ειδική έκθεσή της η Eurobank, που τιτλοφορείται «Το κόστος της αβεβαιότητας».

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ειδική μελέτη, «μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος στήριξης, διαφαίνεται, για πρώτη φορά μετά το 2014, ότι οι διεθνείς αγορές αλλά και οι πολίτες της χώρας αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας και στις πιθανότητες οριστικής εξόδου από την κρίση.  Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε από την πρόσφατη επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές, μετά από τρία χρόνια αποκλεισμού, με την επιτυχή έκδοση κυβερνητικού ομολόγου πενταετούς διάρκειας». Παρόλα αυτά όμως, υπογραμμίζεται, ότι «η χώρα παραμένει για σειρά ετών σε οικονομική στασιμότητα και σε καθεστώς μνημονίων, επιτροπείας και αβεβαιότητας».

«Η ελληνική κρίση έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια και μεγαλύτερο βάθος από όλες τις άλλες κρίσεις ευρωπαϊκών κρατών στην μετά-Lehman περίοδο και ακόμα, μετά από οκτώ χρόνια, δεν έχει ολοκληρωθεί η επιστροφή στην κανονικότητα και τη σταθερή αναπτυξιακή προοπτική» τονίζεται και επισημαίνεται ωστόσο, ότι «σε διάφορα χρονικά σημεία αυτής της κρίσης διαφαινόταν εκτόνωση και λόγοι αισιοδοξίας, όπως στις αρχές του 2014.  Ωστόσο, τόσο οι πολιτικές επιλογές και εξελίξεις μετά το καλοκαίρι του 2014, όσο και το επιδεινούμενο μακροοικονομικό περιβάλλον επέτειναν τους κινδύνους και την αβεβαιότητα, τραυμάτισαν περαιτέρω την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών, αμφισβήτησαν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και καθυστέρησαν την έξοδο από την κρίση, ενώ μεγέθυναν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος».

Σε ποια συμπεράσματα καταλήγει η ειδική έκθεση της Eurobank:

Η περίπτωση της Ελλάδας επιβεβαιώνει ότι, η ανάκτηση και διατήρηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών, η διαμόρφωση αξιοπιστίας οικονομικής πολιτικής και η απρόσκοπτη πρόσβαση στη διεθνή χρηματοδότηση αποτελούν καθοριστικούς επιταχυντές εξόδου της χώρας από την κρίση, ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο με τους πιστωτές και κρίσιμους συντελεστές επιτυχίας του οικονομικού προγράμματος και της αναπτυξιακής προοπτικής.

Tι περιορίζει τη διαπραγματευτική δύναμη στις συζητήσεις με τους επίσημους πιστωτές;

Η ασυνέπεια στην υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής, η καθυστέρηση στην υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων, το λάθος μείγμα οικονομικής πολιτικής και η έλλειψη ιδιοκτησίας στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, περιορίζουν τους βαθμούς ελευθερίας και τη διαπραγματευτική δύναμη στις συζητήσεις με τους επίσημους πιστωτές, ενισχύουν τη δυσπιστία των αγορών, αυξάνουν το οικονομικό και κοινωνικό κόστος, ενώ καθυστερούν την επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη και την προοπτική. Η Ελλάδα, ατυχώς, επιβεβαίωσε αυτή την προσέγγιση, χωρίς να διαμορφώσει ένα ελκυστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, με μεγάλο κόστος για την οικονομία, την κοινωνία και κυρίως τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.

Η θετική εξέλιξη

Η πρόσφατη μείωση των αβεβαιοτήτων και των κινδύνων και η βελτίωση των μακροοικονομικών προοπτικών που πιστοποιείται από τα βελτιούμενα μακροοικονομικά δεδομένα, τις προσδοκίες των αγορών και από την έκδοση κυβερνητικού 5ετούς ομολόγου στις διεθνείς αγορές, αποτελούν σίγουρα μία θετική εξέλιξη. 

Οι προϋποθέσεις για να γεφυρωθεί το έλλειμμα αξιοπιστίας που υπάρχει στις διεθνείς αγορές

Ωστόσο η χώρα ακόμα απέχει από το να βασίσει την χρηματοδότηση της οικονομίας της στην ικανότητά της να εκδίδει χρέος με ανταγωνιστικό, χαμηλό κόστος, ανεξάρτητα από την πρόοδο στην εφαρμογή του 3ου προγράμματος, όπως αυτή πιστοποιείται μέσα από τις αξιολογήσεις των πιστωτών. Είναι κρίσιμο για το μέλλον της χώρας να γεφυρώσουμε έγκαιρα και αποφασιστικά, με κατάλληλες πολιτικές, το έλλειμμα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που συνεχίζει να υπάρχει σήμερα στις διεθνείς αγορές για την Ελλάδα, σε σχέση και με τους άλλους Ευρωπαίους εταίρους μας, ώστε να συνεχίσουμε την πορεία ομαλοποίησης της οικονομικής ζωής της χώρας με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερα οφέλη. 

Αυτό προϋποθέτει τη συνεπή υλοποίηση των συμφωνηθέντων με τους πιστωτές και την εφαρμογή χωρίς καθυστερήσεις ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών με ευρύτερες συναινέσεις, με στόχο την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με βασικούς άξονες τις ιδιωτικές επενδύσεις, την εξωστρεφή δυναμική της οικονομίας, τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και την ελληνική βιομηχανία και αγροτική παραγωγή.

Είναι επίσης κρίσιμο και καθοριστικό να διαμορφώσουμε ελκυστικές θεσμικές και οικονομικές συνθήκες για άσκηση παραγωγικής δραστηριότητας, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις καινοτόμες δράσεις, τις εξωστρεφείς δραστηριότητες και την προσέλκυση σημαντικών ξένων κεφαλαίων. Το τελευταίο είναι ιδιαιτέρως αναγκαία εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη την κατάρρευση της εγχώριας ιδιωτικής αποταμίευσης και τη στενότητα ρευστότητας του τραπεζικού τομέα, ώστε να διασφαλίσουμε την ταχεία επιστροφή της χώρας σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά.

Η ανάπτυξη θα συμβάλει στην εξομάλυνση των μεγάλων προβλημάτων της ανεργίας, της φτώχειας, του υψηλού δημοσίου χρέους και των επισφαλών τραπεζικών δανείων που αντιμετωπίζει η χώρα μας.

Τέλος, προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω είναι η πολιτική σταθερότητα και η αταλάντευτη υιοθέτηση από την ευρύτερη δυνατή οικονομική, πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία όλων των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για να επιστρέψουμε στην οικονομική και κοινωνική κανονικότητα και στις ανοικτές αγορές, χωρίς περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και να ξαναγίνουμε ένα ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς μνημόνια και επιτροπείες. Μια χώρα με ισχυρή αναπτυξιακή προοπτική, που θα πάρει το μέλλον στα χέρια της, στηριζόμενη στα σημαντικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα, στον ιδιωτικό τομέα και τις ανταγωνιστικές αγορές, στις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες των παραγωγικών της δυνάμεων και τις μεγάλες ικανότητες και δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού της.  Έχουμε τη δυνατότητα, αλλά και την ευκαιρία, να μετατρέψουμε τα επόμενα δέκα χρόνια για τη χώρα μας σε περίοδο ισχυρής οικονομικής ανάκαμψης, δημιουργώντας μια σύγχρονη, ανταγωνιστική, ανοικτή και παραγωγική οικονομία για τους πολλούς, με αποτελεσματική κοινωνική πολιτική και προστασία στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.

Τη συγγραφή της έκθεσης επιμελήθηκε ο κ. Ν. Καραμούζης, Πρόεδρος Eurobank Ergasias, Προεδρος Ελληνική Ένωση Τραπεζών και ο κ. Α. Κουλεϊμάνης, Group Strategy Eurobank Ergasias.  

Για να διαβάσετε όλη την έκθεση πατήστε εδώ

Tags: