Η πλεονασματική δημοσιονομική διαχείριση αναδεικνύεται ως μια από τις οικονομικές πολιτικές που θα προδιαγράψουν εν πολλοίς τις εξελίξεις τις επόμενες δεκαετίες, επισημαίνει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο. Σε όλα τα σενάρια που βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, το απαιτούμενο πρωτογενές πλεόνασμα καθορίζεται σε 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2021-2022 και, τουλάχιστον, 1,5% του ΑΕΠ από το 2022 και μετά, αναλόγως των υποθέσεων για την ελάφρυνση του χρέους που θα συμφωνείται.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να διασφαλισθεί μέσω μεταρρυθμίσεων η εύρυθμη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας, κάτω από τον περιορισμό της παραγωγής σταθερών πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε να μην εμποδίζεται η άσκηση ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας μέσω υπερφορολόγησης.

Με δεδομένη την άσκηση περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής εν δυνάμει σε μόνιμη βάση, η ανάπτυξη της ιδιωτικής οικονομίας, μέσω προσέλκυσης επενδύσεων σε ένα φιλικό προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλον, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Στο πλαίσιο αυτό απαιτούνται δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους δράσεις: Πρώτον, η εκπόνηση ενός προγράμματος μεγάλων έργων υποδομών προς αναζήτηση επενδυτών και ιδιωτικής χρηματοδότησης, και, δεύτερον, η καλύτερη συστοίχιση της δημόσιας διοίκησης με την ιδιωτική οικονομία, διευκολύνοντας αδειοδοτικά και χωροταξικά τις ιδιωτικές επενδύσεις, αίροντας γραφειοκρατικά και άλλα εμπόδια, μειώνοντας το μη μισθολογικό, το ενεργειακό και το χρηματοδοτικό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, κ.ο.κ.

Δεν υπάρχουν άλλοι εναλλακτικοί μοχλοί ουσιαστικής διαφοροποίησης στην κατάσταση που φαίνεται να εδραιώνεται στη χώρα μας.  Τα περισσότερα σενάρια για την βιωσιμότητα του χρέους υποθέτουν σχετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αποτυπώνοντας στην ουσία την εκτίμηση για μη ανταγωνιστική λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Για να ξεφύγουμε από την στασιμότητα, χρειάζονται περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις και εξαγωγές, το ανθρώπινο δυναμικό αιχμής να μην εγκαταλείπει τη χώρα επειδή δεν υπάρχουν ευκαιρίες, το κράτος να γίνει αποτελεσματικό και παραγωγικό, να σχεδιασθούν δράσεις για την ανάπτυξη των κλάδων της ελληνικής οικονομίας με δυνητικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να διευκολυνθεί η μετάβαση της παραγωγικής βάσης της χώρας στην 4η βιομηχανική επανάσταση, να επιταχυνθεί το φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, κ.ο.κ.

Μόνο έτσι, μπορεί η χώρα να επανέλθει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά τη δυναμική επίτευξης της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του χρέους. Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες να παρουσιάσουμε το δικό μας σχέδιο μεταρρυθμίσεων και κυρίως να το εφαρμόσουμε γρήγορα και αποτελεσματικά. Μόνο αν δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον δυναμικής ανάπτυξης της οικονομίας θα βγούμε από τον φαύλο κύκλο της οικονομικής εποπτείας προσφέροντας ταυτόχρονα τα απαραίτητα κίνητρα στους εταίρους μας ώστε να ανταποκριθούν θετικά και στην αναγκαία μείωση χρέους.

Αύξηση +0,4% παρουσίασε το ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, έναντι μείωσης -0,5% σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις της. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται κυρίως στην τόνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (+1,7%) και την αύξηση των επενδύσεων σε πάγια (+11,2%), που οφείλεται, όμως, σε μεταφορές και οπλικά συστήματα (+155%), ενώ οι υπόλοιπες επενδυτικές κατηγορίες εμφανίζουν μείωση.

Το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών συνέβαλε αρνητικά, λόγω της μεγάλης αύξησης των εισαγωγών (+10,9%, έναντι αύξησης +4,8% των εξαγωγών). Τα στοιχεία του ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου προοιωνίζονται μια καλή χρονιά, με την ανάκαμψη να εδραιώνεται και τις προοπτικές της οικονομίας να ισχυροποιούνται, ιδίως εάν ανακάμψουν και οι επενδύσεις. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, αν και περιορίστηκαν κατά €117 εκατ. τον Απρίλιο του 2017, διαμορφώνονται σε €5 δισ. περίπου, έναντι €4,6 δισ. τον Δεκέμβριο του 2016.

Επίσης, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ανήλθαν στα €105,1 δισ. (45,2% του συνόλου) στο τέλος του Α’ τριμήνου του 2017, παρουσιάζοντας μείωση -1,1% σε σύγκριση με το τέλος του 2016, με τη μείωση να προέρχεται κυρίως από διαγραφές και με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να έχουν αυξηθεί. Ενθαρρυντική παραμένει και η συνεχιζόμενη ανάκαμψη στις καθαρές ιδρύσεις επιχειρήσεων καθώς επίσης και η καλή επίδοση της αγοράς εργασίας τον Μάιο, με τις καθαρές προσλήψεις να επικεντρώνονται, λόγω έναρξης της καλοκαιρινής περιόδου, στον τουρισμό.