Στο σημείωμα αυτό, του Καθηγητή Οικονομικών (Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ), Παναγιώτη Ε. Πετράκη, επιχειρείται μια αξιολόγηση και εκτίμηση του κόστους του κλεισίματος της 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

«Γνωρίζουμε ότι μέχρι τώρα, συνήθως, αυτά τα ζητήματα δεν έμπαιναν σε τόσο ορθολογική εξέταση. Ίσως αυτός να είναι και ο σοβαρότερος λόγος, που η δημόσια συζήτησή τους είχε περισσότερο πολιτική και λιγότερο οικονομική διάσταση. Όμως, καλό θα ήταν κάθε σημαντική οικονομική απόφαση να γίνεται με σοβαρές προσεγγίσεις για να δίνονται και οι περισσότερο δυνατές πληροφορίες στους πολίτες» επισημαίνει.

Με βάση τις εκτιμήσεις του οικονομικού μοντέλου που χρησιμοποιείται στο ΕΚΠΑ σε συνεργασία με την Oxford Economics, το οποίο καλύπτει την επόμενη πενταετία, συγκρίνονται οι διαφορές των εκτιμήσεων στα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.

«Μπορούμε, λοιπόν, να συγκρίνουμε τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ και της ελληνικής κυβέρνησης με τις σημερινές και επίσης να συγκρίνουμε τις εκτιμήσεις που είχαμε πριν και μετά τη διαπραγμάτευσης».

Τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στους Πίνακες 1 και 2 αφορούν σε μεγέθη όπως το ΑΕΠ (ρυθμός μεγέθυνσης και επίπεδα), το επίπεδο των επενδύσεων, οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις και η κατανάλωση, το πρωτογενές αποτέλεσμα της οικονομίας και το κρατικό ισοζύγιο.

Τι σημαίνει, λοιπόν, η καθυστέρηση στην αξιολόγηση; Τι χάσαμε και τι κερδίσαμε με τη συμφωνία, που φαίνεται ότι έγινε σε βάση πενταετίας;

Πίνακας 1. Η διαφορά των εκτιμήσεων Kυβέρνησης - ΔΝΤ και των σημερινών προβλέψεων

Οι σημερινές εκτιμήσεις για το ΑΕΠ και τη μεταβολή του είναι πολύ χαμηλότερες σε σχέση με αυτές, που είχε δημοσιοποιήσει το ΔΝΤ και η ελληνική κυβέρνηση, εδώ και ένα χρόνο. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, σήμερα (μετά την καθυστερημένη διαπραγμάτευση) βρισκόμαστε σε πολύ υψηλά επίπεδα ζημιών (30,5 δισ. ευρώ για την πενταετία 2017-2021). Όμως και με τις συντηρητικότερες εκτιμήσεις του ΕΚΠΑ μετράμε ζημιές: 19,81 δισ. ευρώ! (Γραμμή 2 στον πίνακα).

Οι ζημιές αυτές προέρχονται κατά 75% από την καθυστέρηση και τη χειροτέρευση της οικονομίας και κατά 25% από τη νέα συμφωνία! (Γραμμή 2 στον πίνακα).

Πίνακας 2. Οι επιπτώσεις από την καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις και οι επιπτώσεις από τη συμφωνία

Στις νέες μας εκτιμήσεις, μετά τη συμφωνία, λαμβάνεται υπόψη η λήψη μέτρων ύψους 1% του ΑΕΠ στον τομέα των συντάξεων, που θα τεθούν σε εφαρμογή από το 2019 και έπειτα και η λήψη μέτρων 1% του ΑΕΠ στον τομέα των φορολογικών, που θα τεθούν σε εφαρμογή από το 2020 και έπειτα (ύψους 1,8 δισ. ευρώ κατ’ έτος), αφού το 2018, λόγω των υψηλών απαιτούμενων πλεονασμάτων, δεν πιάνονται οι στόχοι. Το γεγονός ότι και στις προηγούμενες δικές μας εκτιμήσεις μας ενεργοποιούταν έτσι και αλλιώς ο κόφτης -και λαμβάναμε μέτρα της τάξης των 0,95 δισ. ευρώ- είναι η εξήγηση στο γιατί οι μεταβολές, που παρατηρούνται μετά τη διαπραγμάτευση, δεν είναι πολύ υψηλές.

Όμως, το κύριο εύρημα των εκτιμήσεων είναι το εξής: Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στην οικονομία, οι ιδιωτικές επενδύσεις, η ιδιωτική κατανάλωση και οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις θα υποστούν όλο το βάρος της προσαρμογής από εδώ και πέρα, υπέρ των πρωτογενών πλεονασμάτων! Οι ιδιωτικές επενδύσεις εκτιμάται ότι θα μειώνονταν κατά 8 δισ., οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις με ένα παρόμοιο μέγεθος και τέλος η ιδιωτική κατανάλωση κατά 2,35 δισ. ευρώ. Αντιθέτως, το πρωτογενές πλεόνασμα και το εθνικό δημοσιονομικό ισοζύγιο θα αυξηθεί κατά 3,7 δισ. Και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι απομακρύνθηκε και πάλι η ανάπτυξη! Και η συμφωνία έχει βέβαια, προφανώς, υφεσιακό χαρακτήρα. Αλλά η απομάκρυνση της ανάπτυξης υπήρξε το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Μην ξεχνάμε ότι αυτές είναι οι προβλέψεις. Δεν σημαίνει ότι θα πραγματοποιηθούν με βεβαιότητα. Μπορεί, λοιπόν, να αναταχθεί η κατάσταση; Ειλικρινά πιστεύουμε ότι υπάρχουν σοβαρά περιθώρια γι’ αυτό, αρκεί να τρέξουμε από εδώ και πέρα, επισημαίνει ο Καθηγητής Οικονομικών (Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ), Παναγιώτης Ε. Πετράκης.

 

 

 

 

 

Tags: