Η ελληνική οικονομία επανέρχεται σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σημειώνει ο ΣΕΒ, εξηγώντας ότι το Γ’ τρίμηνο του 2016 σημειώθηκε αύξηση του ΑΕΠ κατά +1,8% σε ετήσια βάση (έναντι +1,5% σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ), κυρίως λόγω της ανόδου της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά +5,1% (έναντι πτώσης -4,1% το Γ’ 3μηνο του 2015), που υποστηρίχθηκε από την αύξηση των μισθών στο σύνολο της οικονομίας (+2,1% σε πραγματικούς όρους το Γ’ 3μηνο του 2016).

Ταυτόχρονα, η δραστηριότητα στους περισσότερους τομείς, ιδίως στη βιομηχανία, το λιανικό εμπόριο και τον τουρισμό σημειώνει άνοδο, την ώρα που οι ελληνικές εξαγωγές δείχνουν να ανακτούν τη δυναμική που είχαν το 2014.

Αν και η αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση το Γ’ τρίμηνο του 2016 οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην αρνητική εξέλιξη πέρυσι (μείωση του ΑΕΠ κατά -2,2%) λόγω της αντίδρασης της αγοράς στην επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, τα περισσότερα στοιχεία της συγκυρίας δείχνουν πιθανότατα θετικό ρυθμό ανάπτυξης συνολικά για το 2016  που ενδέχεται όμως, επισημαίνει ο ΣΕΒ,  να ανακοπεί αν σημειωθούν νέες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Ο ΣΕΒ αναφέρει τι περιλαμβάνεται στις θετικές εξελίξεις και επισημαίνει πως πέρα από αυτές «η χώρα εφαρμόζει ένα αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup της  5/12/2016, πρόκειται να συνεχιστεί και μετά το 2018, δημιουργώντας ανησυχίες στην αγορά για περαιτέρω αύξηση της υπερφορολόγησης και εξασθένιση της αναπτυξιακής δυναμικής που διαμορφώνεται»

Και συνεχίζει: «Σίγουρα, η επίτευξη των στόχων του προγράμματος προσαρμογής είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, η εξαγγελία του Πρωθυπουργού στις 8/12/16 για εφάπαξ παροχές, ύψους €617 εκατ., κυρίως προς χαμηλοσυνταξιούχους, συνιστά -εν μέσω της διαπραγμάτευσης- πράξη υψηλού πολιτικού ρίσκου και αμφίβολης οικονομικής αποτελεσματικότητας. Οι παροχές αυτές χρηματοδοτούνται από την προσωρινή υπεραπόδοση των εσόδων του προϋπολογισμού, λόγω της εφαρμογής διοικητικών μέτρων είσπραξης φόρων μέσω μαζικών κατασχέσεων και άλλων μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, σε μία φορολογική βάση που στενάζει από την υπερφορολόγηση και που, ως εκ τούτου ωθείται στη φοροδιαφυγή και την αποδιαμεσολάβηση από το τραπεζικό σύστημα. Λαμβάνει, μάλιστα, χώρα σε μία συγκυρία όπου η μη ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης καθυστερεί την εκταμίευση €6,1 δισ., οι υποχρεώσεις του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διατηρούνται σε υψηλό επίπεδο (€6,3 δισ. στο τέλος Οκτωβρίου), και μόλις απωλέσθησαν €400 εκατ. από την ανεπιτυχή προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της ΔΕΣΦΑ»

Τέλος, καταλήγει: «Η κυβέρνηση θα είχε πολύ μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης κοινωνικής πολιτικής αν δρομολογούσε μια πιο φιλοαναπτυξιακή πολιτική με στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις προς την πραγματική οικονομία»

 

 

Tags: