Με ρυθμίσεις δανείων της τάξης των 31 δισ. ευρώ και διαγραφές που θα φθάσουν τα 14 δισ. ευρώ σε τριάμισι χρόνια επιδιώκουν να «τιθασεύσουν» οι τράπεζες τα προβληματικά τους χαρτοφυλάκια. Ο συνολικός στόχος είναι η μείωση των NPEs κατά 40,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 23,1 δισ. ευρώ είναι επιχειρηματικά ανοίγματα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεση για τους στόχους μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (την οποία δημοσιοποίησε χθες), κάτι που θα γίνεται εφεξής σε τριμηνιαία βάση και θα αξιολογείται από την ίδια και τον SSM.

Με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του Σεπτεμβρίου και έναντι της αφετηρίας που είναι ο Ιούνιος 2016, οι τράπεζες σε αυτή τη μάλλον πιλοτική περίοδο πέτυχαν τους στόχους για τα NPEs και μάλιστα με μια μικρή υπέρβαση, αφού τα μείωσαν κατά 1%, στα 106 δισ. ευρώ, από 106,9 δισ. ευρώ που ήταν ο στόχος.

Στο 51% παρέμεινε ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ενώ δεν επετεύχθη ο στόχος για τα NPLs, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αφού διαμορφώθηκαν στα 79,3 δισ. ευρώ και ήταν αυξημένα κατά 1,5% σε σχέση με το ποσό-στόχο των 78,1 δισ. ευρώ.

Ο δείκτης NPLs παρέμεινε σταθερός στο 38%, υπολειπόμενος κατά 1% από τον στόχο του 37%.

Οι στόχοι

Οι στόχοι είναι τριμηνιαίοι για τα τέσσερα τρίμηνα του 2017 και ετήσιοι για το 2018 και 2019, ενώ υπάρχει η δυνατότητα προσαρμογής από την τράπεζα στο τέλος Σεπτεμβρίου κάθε έτους.

Με αφετηρία τον Ιούνιο του 2016 και το υπόλοιπο των 106,9 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ο κλάδος υποχρεούται να φθάσει τον στόχο των 66,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019.

Πρόκειται για μείωση κατά 40,2 δισ. ευρώ και σε ποσοστό 38%, με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στα δύο τελευταία έτη, αφού το 2018 θα πρέπει να καταγραφεί υποχώρηση των NPEs κατά 14,9 δισ. ευρώ και το 2019 κατά 16,6 δισ. ευρώ. Για το 2017 ο στόχος είναι η μείωση κατά 3,8 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά τον δείκτη NPEs, από το 51% εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 34%, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων, από το 38%, θα διαμορφωθεί στο 20%.

Ο όγκος των 78,3 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) αναμένεται να μειωθεί στα 40,2 δισ. ευρώ, σύμφωνα τουλάχιστον με τους στόχους.