​Απαισιοδοξία για το ύψος της ανάπτυξης το 2017 εκφράζει στην τριμηνιαία έκθεσή του το Γραφείο Προϋπολογισμού του κράτους στη Βουλή, κρούοντας ταυτόχρονα τον κώδωνα κινδύνου για την αύξηση του ιδιωτικού χρέους, που πλέον προσεγγίζει το ύψος του δημοσίου χρέους.

«Αναμφίβολα η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Όμως, ουδείς εχέφρων θα επιθυμούσε αυτή τη στιγμή να αποτύχει η προσπάθεια εξόδου της χώρας από την κρίση, όπως έχει συμφωνηθεί στο τρίτο μνημόνιο», τονίζεται στην Έκθεση.

«Διαπιστώνουμε περαιτέρω ανησυχητική διόγκωση των χρεών των ιδιωτών προς όλους – προς τις Τράπεζες, προς την εφορία , τα ασφαλιστικά ταμεία, ακόμα και προς τη ΔΕΗ. Οι διαστάσεις είναι τέτοιες που το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα (ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τράπεζες, δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία) σύντομα πλησιάζει το μέγεθος του δημοσίου χρέους!», υπογραμμίζει η Έκθεση.

Για την ανάπτυξη το Γραφείο Προϋπολογισμού επισημαίνει ότι «η κυβέρνηση και η ΤτΕ α��αμένουν σχεδόν αλματώδη ανάπτυξη το 2017 κατά 2,7% του ΑΕΠ. Την ίδια αισιόδοξη πρόβλεψη περιέχει το Σχέδιο Προϋπολογισμού 2017 (Οκτώβριος 2016). Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) μάλιστα, υπερθεματίζει».

Και προσθέτει: «όμως τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επιτρέπουν τόση αισιοδοξία. Οι εκτιμήσεις μη δημόσιων φορέων διαφέρουν. Αν επιβεβαιωθούν οι απαισιόδοξες προβλέψεις, θα ανατραπούν και προσδοκίες που έχουν επενδυθεί στο πρόγραμμα προσαρμογής (=τρίτο Μνημόνιο)».

«Συνολικά, παραμένει δύσκολη η οικονομική ανάρρωση από την αντιπαράθεση με τους δανειστές του α΄ εξαμήνου 2015 που παρά λίγο να οδηγήσει τη χώρα εκτός Ευρωζώνης και από τις αβεβαιότητες που προκάλεσαν οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου Μνημονίου», εκτιμά το Γραφείο Προϋπολογισμού που επαναφέρει το ζήτημα του χρέους και των μειωμένων πλεονασμάτων.

«Τους επόμενους μήνες θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία η αναθεώρηση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα προς τα κάτω και η οριστική “διευθέτηση” του χρέους. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση μάλλον συμφωνούν στον στόχο αυτό και έχουν ως σύμμαχο το ΔΝΤ!», υπογραμμίζεται και προστίθεται ότι «μια σοβαρή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι απαραίτητη για να επανέλθει η χώρα σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης».

Παράλληλα το Γραφείο Προϋπολογισμού αναφέρει ότι «το χρέος δεν είναι ο μόνος παράγοντας αβεβαιότητας. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι, η γραφειοκρατία, ��ι δυσκολίες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, οι φορολογικοί συντελεστές, η αστάθεια στη νομοθεσία, οι δυσλειτουργίες στις αγορές προϊόντων και στη δικαιοσύνη. Επομένως, η επενδυτική ώθηση που χρειάζεται η χώρα θα προέλθει όχι μόνον από τη ρύθμιση του χρέους, αλλά και από το σύνολο των μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στο Μνημόνιο (με όσες βελτιώσεις μπορούν να γίνουν)».