​Την βεβαιότητα πως η Deutsche Bank δεν θα αποτελέσει την «Lehman Brothers της Ευρώπης», εκφράζουν μιλώντας στο star.gr παράγοντες που σχετίζονται με την τραπεζική εποπτεία της ζώνης του ευρώ στην Φρανκφούρτη. Δύο τραπεζίτες και τρία στελέχη σχετικών με την εποπτεία φορέων της ΕΕ, μίλησαν στο star.gr την Παρασκευή και το Σάββατο στο πλαίσιο καθορισμένης συνάντησης ενημέρωσης.

Όπως έγινε γνωστό, οι εποπτικές αρχές των θεσμών της τραπεζικής ένωσης εκτιμούν ότι «υπάρχουν κανόνες» και «ασφαλιστικές δικλείδες», οι οποίες όπως λένε «δημιουργήθηκαν κατά την εντονότερη περίοδο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης» με στόχο την όσο το δυνατόν προβλέψιμη και αξιόπιστη αντίδραση της ευρωζώνης σε τέτοιες περιπτώσεις.

Όλοι οι συνομιλητές του star.gr συνεκτίμησαν ότι καταρχήν το πρόβλημα της Deutsche Bank -για την οποία ουδείς αμφιβάλει ότι είναι η πλέον συστημική τράπεζα στην περιοχή του ευρώ- είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης.

Σημειώνουν όμως ότι το πρόβλημα εμπιστοσύνης δεν ξεκινάει από την εμπλοκή της τράπεζας στα ενυπόθηκα δάνεια κατοικιών (sub-prime mortgage loan market) στις ΗΠΑ το 2007-2008, αλλά στο γεγονός ότι οι επενδυτές αμφιβάλουν για την δυνατότητα της τράπεζας να απορροφήσει το λογιστικό και ψυχολογικό (για τις αγορές) σοκ από το πρόστιμο που τις επέβαλαν οι αρχές των ΗΠΑ.

Η καταρχήν εκτίμηση της Φρανκφούρτης είναι αφενός πως το πρόστιμο θα ρυθμιστεί, όπως έχει συμβεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις (είτε με αναθεώρηση του συνολικού προς καταβολή ποσού, είτε με διακανονισμό πληρωμής), αφετέρου «τα θεμελιώδη μεγέθη της τράπεζας δεν είναι τόσο άσχημα ώστε να δικαιολογούν πανικό».

Η δεύτερη εκτίμηση που μεταφέρθηκε είναι πως οι αγορές, παρά τις καθημερινές διακυμάνσεις (day to day market reaction), έχουν εμπιστοσύνη στα θεμελιώδη μεγέθη της τράπεζας και ως εκ τούτου, υπάρχει έδαφος, στην υποθετική περίπτωση που η τράπεζα θα αναζητήσει κεφάλαια σε αυτές (private sector recapitalization) να τα βρει.

Η τρίτη εκτίμηση είναι πως από το 2007 -2008 ως σήμερα η τράπεζα έχει ��άθει το μάθημα του sub-prime mortgage crisis και έχει μεταβάλει κατά πολύ την επενδυτική της συμπεριφορά.

Η τέταρτη εκτίμηση είναι πως ουδείς Γερμανός ή Ευρωπαίος πολιτικός δεν πρόκειται να δηλώσει δημόσια σήμερα πως εξετάζεται ή αποτελεί επιλογή η διάσωση της τράπεζας με δημόσια χρήματα. Ο πρώτος λόγος είναι πως μια τέτοια δήλωση θα αποτελούσε παραδοχή πως η τράπεζα χρειάζεται διάσωση. Ο δεύτερος λόγος είναι πως κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μήνυμα αθέτησης των κανόνων της τραπεζικής ένωσης.

Ακόμα και σε ένα τέτοιο όμ��ς σενάριο, η εργαλειοθήκη της τραπεζικής ένωσης έχει τα απαραίτητα μέσα για να διασφαλίσει τη σταθερότητα της οικονομίας της ευρωζώνης και τις αποταμιεύσεις των καταθετών. Οι κανόνες μάλιστα αναφέρουν ρητά πως οι μέτοχοι και οι ομολογιούχοι δέχονται απώλειες πολύ πριν τους καταθέτες, όμως η Φρανκφούρτη καθιστά σαφές ότι «δεν είμαστε εκεί».

Είναι επίσης σαφές ότι στο πλαίσιο της εντολής της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα «θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο» για τη διασφάλιση της ρευστότητας των εμπορικών τραπεζών και τη σταθερότητα του ευρώ. Ένας εκ των τραπεζιτών είπε μάλιστα στο ΚΥΠΕ ότι το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης δεν έχει ξεδιπλωθεί πλήρως και πως υπάρχουν ακόμα μεγάλα περιθώρια. Εκτίμησε μάλιστα πως δεν βλέπει σύντομα αύξηση επιτοκίων, σε αντίθεση με πρόσφατες γερμανικές προτροπές.

Εν κατακλείδι, η Φρανκφούρτη και ο τραπεζικός κόσμος σε γενικές γραμμές εκτιμούν ότι η ασύνταχτη κατάρρευση της τράπεζας δεν βρί��κεται καν στο τραπέζι, αλλά και η ίδια η κατάρρευση (συντεταγμένη ή ασύντακτη) παραμένει ένα πολύ μακρινό υποθετικό ενδεχόμενο, που δεν συνάδει με τα θεμελιώδη μεγέθη ούτε της τράπεζας, ούτε της οικονομίας, πόσο μάλλον της ύπαρξης και λειτουργίας των εποπτικών θεσμών που διαθέτει πλέον η ευρωζώνη.

Αποστολή Φρανκφούρτη, Θάνος Αθανασίου