​«Παρά τις παλαιότερες επιτυχίες του προγράμματος και της σταθεροποίησης της οικονομίας, οι προϋποθέσεις για την πραγματική οικονομία και στον χρηματοπιστωτικό κλάδο παραμένουν δύσκολες και η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει καθυστερήσεις στην υλοποίηση του προγράμματος ή μια νέα φάση υπερβολικής πολιτικής αβεβαιότητας, εάν η οικονομία είναι να επωφεληθεί πλήρως από τις βελτιώσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος προσαρμογής».

Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα του διοικητικού συμβουλίου του ESM για το ελληνικό πρόγραμμα, το οποίο περιέχεται στη ετήσια έκθεση πεπραγμένων για το 2015.

Ο ESM αναφέρει ότι η ελληνική κυβέρνηση και οι πιστωτές πρέπει να διατηρήσουν την οικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει την πλήρη κυριότητα του προγράμματος και να ενεργεί κατά το πνεύμα του.

Οι σημαντικές προκλήσεις «εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας». «Απαιτείται», αναφέρει η έκθεση, «μεσοπρόθεσμη σταθερότητα στα δημοσιονομικά, μεταξύ άλλων μέτρων, την αναθεώρηση του φόρου εισοδήματος και μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του κοινωνικού συστήματος ασφάλειας».

Προκειμένου ο τραπεζικός τομέας να παραμείνει βιώσιμος, το αυξημένο απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα πρέπει να μειωθεί, στηρίζοντας έτσι την πιστωτική επέκταση και την αναθέρμανση των επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό στον τραπεζικό τομέα είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την αποκατάσταση της ευρωστίας του. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων θα πρέπει να επιδιωχθεί χωρίς αδικαιολόγητη πολιτική παρέμβαση. Μόνο έγκαιρη και επιτυχή υλοποίηση του προγράμματος θα ξεκλειδώσει τα κονδύλια του προγράμματος για την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών για την ένεση ρευστότητας στον επιχειρηματικό τομέα.

Συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο για την Ελλάδα, ο ESM αναφέρει: ότι στο πρώτο εξάμηνο του 2015, η έντονη πολιτική αβεβαιότητα που συνδέεται εν μέρει στην αντιστροφή των υλοποιημένων μεταρρυθμίσεων, αλλά και στις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις μεταξύ της νεοεκλεγείσας ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών, υπονόμευσε σοβαρά την ψυχολογία της αγοράς και τον τραπεζικό τομέα.

Τον Ιούνιο του 2015, αφού έφτασε να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε τραπεζική αργία και ελέγχους κεφαλαίων (capital controls). Τελικά, η Ελλάδα και οι επίσημοι πιστωτές της συμφώνησαν μέσω ΕΜΣ σε ένα τριετές πρόγραμμα πρόγραμμα oικονομικής προσαρμογής έως 86 δισ €. Το νέο πρόγραμμα έχει ως στόχο να διασφαλίσει τα προηγούμενα επιτεύγματα του προγράμματος, την ενίσχυση της χ��ηματοπιστωτικής σταθερότητας της χώρας, αλλά και την εξασφάλιση της επιστροφής στη βιώσιμη ανάπτυξη, βασιζόμενη σε υγιή δημόσια οικονομικά και αυξημένη ανταγωνιστικότητα. Μέχρι το τέλος του έτους, η οικονομία είχε σταθεροποιηθεί και αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από ό, τι αναμενόταν.

Η υλοποίηση του προγράμματος, και κυρίως η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποιησης των τραπεζών τον Δεκέμβριο του 2015, βοήθησε στη σταθεροποίηση της οικονομίας. Κοιτώντας προς το μέλλον, η Ελλάδα πρέπει να λάβει την πλήρη κυριότητα του προγράμματος και να επιβάλει αξιόπιστες και αποτελεσματικές πολιτικές για την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων του προγράμματος, να ανακτήσει την πρόσβαση στην αγορά και να θέσει την οικονομία σε μια σταθερή κ��ι βιώσιμη βάση.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2015, η ελληνική κυβέρνηση οδηγήθηκε προς μια πολιτική αντιπαράθεση με τους επίσημους δανειστές, επιδεινώνοντας την αγωνία για την ρευστότητα και την αντιστροφή της δυναμικής της ανάπτυξης που είχε προκύψει το 2014. Η χρηματοδότηση του στρες στον τραπεζικό τομέα εντατικοποιήθηκε, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα προκάλεσε μαζική εκροή καταθέσεων και το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε.

Η Τράπεζα της Ελλάδας ξεκίνησε την παροχή επείγουσας παροχής ρευστότητας, καθώς οι ελληνικές τράπεζες δεν ήταν σε θέση για κανονικές πράξεις νομισματικής πολιτικής. Σε απάντηση, όλοι οι οργανισμοί αξιολόγησης έλαβαν αρνητικές αποφάσεις αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας για την Ελλάδα. Οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου αυξήθηκαν, σε αντίθεση με τις φθίνουσες αποδόσεις των ομολόγων για άλλο��ς ηγεμόνες της ζώνης του ευρώ.

Η χρηματοδοτική διευκόλυνση EFSF έληξε στο τέλος του Ιουνίου 2015. Στην απουσία επίσημης χρηματοδότησης και χωρίς την πρόσβαση στην αγορά, η Ελλάδα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που τελικά οδήγησαν στην αποτυχία της εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του εξωτερικού χρέους προς το ΔΝΤ και την Τράπεζα της Ελλάδα. Αυτό αποτέλεσε ένα γεγονός αθέτησης του πλαισίου των συμφωνιών δανεισμού του EFSF. Στις 3 Ιουλίου 2015, ο EFSF αποφάσισε να διατηρήσει το δικαίωμά του να επιταχύνει την αποπληρωμής των εγκαταστάσεων του.

Οι πολιτικές εντάσεις κορυφώθηκαν με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη των δυνητικών όρων του προγράμματος. Για την προστασία του τραπεζικού τομέα, η κυβέρνηση επέβαλε αργίες και ελέγχους κεφαλαίων στις 29 Ιουνίου 2015 και το Χρηματιστήριο Αθηνών έκλεισε στις 27 Ιουνίου. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση γινόταν ολοένα και αστήρικτη και στις 8 Ιουλίου 2015, η Ελλάδα έκανε ένα επίσημο αίτημα για στήριξη της σταθερότητας - με τη μορφή ενός δανείου - στον ΕΜΣ. Η οξεία έλλειψη ρευστότητας αντιμετωπίστηκε προσωρινά με ένα δάνειο-γέφυρα στις 20 Ιουλίου 2015, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (EFSM), την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών με το ΔΝΤ.

Μετά την πολιτική συμφωνία στη σύνοδο κορυφής του ευρώ τον Ιούλιο, οι ελλ��νικές αρχές πέρασαν αρκετές σειρές που απαιτεί η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας, τα λεγόμενα πριν από τις δράσεις, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2015. Ο ΕΜΣ ενέκρινε το νέο πρόγραμμα στις 19 Αυγούστου 2015, ύψους 86 δισ € σε διάστημα τριών ετών. Το ποσό αυτό θα μπορούσε να μειωθεί, δεδομένου ότι τα ποσά που προορίζονταν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν ήταν πλήρως απαραίτητα. Μια τέτοια μείωση θα εξαρτηθεί επίσης από τη συμμετοχή του ΔΝΤ και από την επιτυχία της Ελλάδας στην εφαρμογή των μορφών πολιτικής εκ νέου και ότι θα μπορέσει να λάβει χρηματοδότησης πριν από το 2018. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται σε αρκετές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων: η αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, τη διασφάλιση των μηχανισμών σταθερότητας, χρηματοπιστωτική τόνωση της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων και τη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης. Η πρώτη εκταμίευση έγινε τον Αύγουστο του 2015, εν μέρει για να αποπληρώσει το βραχυπρόθεσμο δάνειο γέφυρα που εκταμιεύθηκαν στο πλαίσιο του ΕΜΧΣ, προορίζοντας € 10 δις για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών συστημικής σημασίας ολοκληρώθηκε με επιτυχία το Δεκέμβριο του 2015 και απαιτούνται μόλις 5,4 δις €. Δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε καθαρίσει τις καθυστερούμενες οφειλές της με το ΔΝΤ και το νέο πρόγραμμα χρηματοπιστωτικής βοήθειας ΕΜΣ ήταν στη θέση του, το EFSF αποφάσισε να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του με την εκ νέου εξαιτίας των γεγονότων αθέτησης υποχρέωσης που συνδέεται με υποχρεώσεις στην Ελλάδα προς το ΔΝΤ και την Τράπεζα της Ελλάδα.

Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση πρώτη του ελληνικού στατιστική υπηρεσία, το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,2% το 2015, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές αντισταθμίστηκε σχεδόν πλήρως την αρνητική επίδραση των επενδύσεων, ενώ η δημόσια κατανάλωση παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερός. Το 2015, η εξωτερική προσαρμογή συνεχίστηκε και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πλησίασε το μηδέν μετά από μια de έλλειμμα 2,1% του ΑΕΠ κατά το προηγούμενο έτος.

Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι το 2015 η κυβέρνηση πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 0,7% του ΑΕΠ σύμφωνα με το πρόγραμμα που όριζε στ��χο -0,25% του ΑΕΠ. Ο λόγος του χρέους της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες σε 176,9% το 2015, αλλά μπορεί να αυξηθεί ξανά τα επόμενα χρόνια. Παρά τις εξελίξεις αυτές, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα. Οι ανησυχίες αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω αυστηρής υλοποίησης του προγράμματος.

Οι εταίροι της ευρωζώνης είναι έτοιμοι να εξετάσουν, εάν είναι απαραίτητο, τα πιθανά πρόσθετα μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση ότι οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης Ελλάδα παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο. Αυτά τα μέτρα θα εξαρτηθούν από την πλήρη εφαρμογή των μέτρων που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος του ESM και θα εξεταστούν μετά την πρώτη θετική ολοκλ��ρωση της επανεξέτασης του προγράμματος.

Βρυξέλλες, Θάνος Αθανασίου