Υπόθεση «ειδικής πολιτικής και κοινωνικής βαρύτητας» θεωρεί η κυβέρνηση το νέο αναπτυξιακό νόμο εκτιμώντας ότι θα επιδράσει θετικά στην οικονομία και την κοινωνία και θα ενεργοποιήσει τις παραγωγικές δυνάμεις, δίνοντας ώθηση στην ανάπτυξη.

Όπως επισημαίνουν αρμόδιες κυβερνητικές πηγές, με τον νέο αναπτυξιακό νόμο η κυβέρνηση επιδιώκει δύο τομές σε σχέση με τις προηγούμενες πολιτικές:
Tον τερματισμό των παθητικών πολιτικών παρακολούθησης και υποστήριξης των καθιερωμένων οικονομικών τάσεων.

Tον τερματισμό της εσωτερικής υποτίμησης και την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας «με το βλέμμα στραμμένο ψηλά».

Σύμφωνα με τους παραπάνω κυβερνητικούς παράγοντες, ο νέος αναπτυξιακός νόμος παρέχει μια σειρά από καινοτόμα εργαλεία και κίνητρα όπως:

Η ενίσχυση γίνεται πρωτίστως με φοροαπαλλαγές προσφέροντας κίνητρα για απόδοση και όχι στήριξη ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος.
Ενίσχυση παρέχεται δευτερευόντως και με μορφή επιχορηγήσεων με ανώτατο όριο (5 εκατ. ευρώ) ανά επενδυτικό σχέδιο, ωστόσο, προκειμένου να επιτευχθεί διασπορά των ωφελούμενων, εισάγονται έπειτα από πολλά χρόνια κριτήρια για τη άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων.

Καινοτόμα χαρακτηριστικά του νέου νόμου είναι η χρήση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και μηχανισμών της αγοράς (funds, δάνεια, κεφαλαιακές συμμετοχές) για μόχλευση των δημοσίων πιστώσεων με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία και επιστροφή των δημοσίων πιστώσεων σε βάθος δεκαετίας.

Επιπλέον, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στις συνέργειες και δικτυώσεις μεταξύ επιχειρήσεων και κλάδων για επίτευξη οικονομιών κλίμακας και αυξημένη παραγωγικότητα. Ενισχύονται συγχωνεύσεις, επιχειρηματικές συστάδες (clusters), ολοκληρωμένα χωρικά σχέδια και τοπικές αλυσίδες αξίας. Παράλληλα, απλοποιούνται και εκσυγχρονίζονται οι διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα, ενσωματώνονται και οι προτάσεις των φορέων της οικονομίας μετά από ευρεία και εξαντλητική διαβούλευση μαζί τους.

Επισημαίνοντας τις διαφορές του σημερινού νόμου με αντίστοιχες πολιτικές και νόμους του παρελθόντος η κυβέρνηση τονίζει ότι στην παγκόσμια οικονομική και πολιτική σκέψη δεν υπάρχει κανένας ο οποίος ισχυρίζεται ότι αναπτυγμένες χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως η Ελλάδα, πρέπει να ανταγωνιστούν τις ανερχόμενες οικονομίες στη βάση του κόστους παραγωγής, δηλ. με χαμηλότερους μισθούς, χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές κτλ.

Αποτελεί κοινή παραδοχή, προσθέτουν, πως μόνο διατηρώντας το προβάδισμα τους σε παραγωγικότητα, ποιότητα και καινοτομία μπορούν οι αναπτυγμένες οικονομίες να αντέξουν στον ανταγωνισμό διατηρώντας παράλληλα το υψηλό επίπεδο κοινωνικής ευημερίας πού έχουν επιτύχει.

Εντούτοις, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι κυβερνητικοί παράγοντες, όλες οι εφαρμοσμένες πολιτικές των μνημονιακών προγραμμάτων κατά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έκαναν ακριβώς το αντίθετο: Αντί να επενδύσουν στην αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης της χώρας, έβαλαν την ελληνική οικονομία σε διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης. Αυτή την λογική έρχεται να αλλάξει ο νέος αναπτυξιακός νόμος τονίζουν οι κυβερνητικές πηγές, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι βραχυπρόθεσμα θα γίνουν ορατά στην ελληνική οικονομία τα πρώτα θετικά αποτελέσματα.