Δριμεία κριτική άσκησε σήμερα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην διαπραγμάτευση που διεξήγαγε η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την τρόικα, με υπουργό Οικονομικών τότε τον Γιάνη Βαρουφάκη!
Ο κ. Στουρνάρας, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ελληνικό Παρατηρητήριο (Hellenic Observatory) του London School of Economics στο Λονδίνο και απαντώντας στα όσα ισχυρίσθηκε ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Οικονομικών (και νυν πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής) Ν. Θεοχαράκης, ανέφερε ότι οι «γενναίες διαπραγματεύσεις» που διεξήγαγε ο κ.Θεοχαράκης μαζί με τον Γιάνη Βαρουφάκη, κόστισαν στον ελληνικό λαό 86 δισ. ευρώ»!
«Eιλικρινά λυπάμαι πολύ που η ομιλία του Νίκου Θεοχαράκη πριν από τη δική μου ήταν ένα παράδειγμα κομματικοποιημένης πολιτικής, αφού χρημάτισα κι εγώ υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση την οποία χαρακτήρισε σχεδόν αποικιοκρατική στην κομματικοποιημένη ομιλία του. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να παραδεχθεί ότι οι "γενναίες διαπραγματεύσεις" που διεξήγαγε μαζί με τον Γιάνη Βαρουφάκη, οι οποίες οδήγησαν στην αλλαγή του ονόματος από τρόικα σε θεσμούς, και μετακίνησε την τρόικα από τα υπουργεία στο Χίλτον είχαν επίσης ένα κόστος. Αν υποθέσουμε ότι αυτό που περιέγραψε ήταν τα οφέλη, το κόστος βεβαίως ανήλθε σε 86 δισ. ευρώ: Αυτό ήταν το τρίτο μνημόνιο και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων που επιβλήθηκαν μετά από εκροές καταθέσεων ύψους 45 δισ. ευρώ. Και αυτοί οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων επιβλήθηκαν για να διαφυλάξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα υστέρα από τις "γενναίες διαπραγματεύσεις" του κ. Θεοχαράκη και του κ. Βαρουφάκη. Λυπάμαι που το λέω αυτό, αλλά είχα την υποχρέωση να πω τα πράγματα με το όνομά τους», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Στουρνάρας.
Παρ' όλ' αυτά, εξέφρασε την αισιοδοξία, ότι ακόμα και οι βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις μπορούν να αλλάξουν υπό την πίεση έκτακτων συνθηκών και ότι η τραυματική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών θα συμβάλει στη μεταστροφή των αντιλήψεων του παρελθόντος.
«Ήδη βιώνουμε τη σταδιακή σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων ως προς τις αναγκαίες πολιτικές, ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση και να εκλείψουν οι στείρες αντιπαραθέσεις μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών. Ως εκ τούτου, μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι, στο μέλλον, οι πολιτικές θα βασίζονται όλο και περισσότερο σε στοιχεία και γνώσεις και λιγότερο σε προκαταλήψεις και ιδέες», είπε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και κατέληξε:

«Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ κατά την περίοδο της κρίσης μας άφησαν μια πολύτιμη παρακαταθήκη: η ανάλυση των γεγονότων, η τεχνογνωσία και οι ακριβείς προβλέψεις είναι απολύτως αναγκαίες και δεν μπορούν να υποκατασταθούν από την πολιτική βούληση. Ευελπιστώ ότι αυτό το παράδειγμα δεν θα ξεχαστεί και ότι οι κυβερνήσεις στο μέλλον θα διακρίνουν πιο καθαρά την αναγκαιότητα και τα πλεονεκτήματα της ανεξάρτητης, εξωτερικής γνώσης και τεχνογνωσίας».