Συστάσεις προς την Κομισιόν για την μελλοντική βελτίωση των προγραμμάτων χρηματοδοτικής στήριξης και διάσωσης κρατών μελών της ΕΕ, απύθυνε σήμερα το Ευρωπαικό Ελεγκτικό Συνέδριο (european court of auditors - ECA).
To ECA ζητά από την Κομισιόν μεγαλύτερη ταχύτητα, ακριβέστερες προβλέψεις, διαφάνεια στην επιτήρηση και τη διαχείριση του χρέους και διαδικασίες επανεξέτασης σε περίπτωση αστοχιών. Οι συστάσεις αυτές δεν αφορούν την Ελλάδα για την οποία θα εκδοθεί ειδική έκθεση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2016.
Συγκεκριμένα στο ECA ζητά:
α) Η Επιτροπή πρέπει να θεσπίσει πλαίσιο για το σύνολο του εν λόγω θεσμικού οργάνου που να επιτρέπει την ταχεία κινητοποίηση του προσωπικού της Επιτροπής και των εμπειρογνωμόνων, εάν προκύψει πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να αναπτύξει διαδικασίες στο πλαίσιο των κανον��σμών «δίπτυχο».
β) Η διαδικασία προβλέψεων πρέπει να υπόκειται σε συστηματικότερο έλεγχο ποιότητας.
γ) Προκειμένου να διασφαλιστεί η εσωτερική διαφάνεια των παραγόντων στους οποίους βασίζονται οι αποφάσεις για τα προγράμματα, η Επιτροπή πρέπει να βελτιώσει την τήρηση αρχείων και να εστιάζει σε αυτά κατά τον έλεγχο ποιότητας.
δ) Η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίζει τις κατάλληλες διαδικασίες της για την επανεξέταση της ποιότητας της διαχείρισης των προγραμμάτων και του περιεχομένου των εγγράφων των προγραμμάτων.
ε) Για τους σκοπούς της παρακολούθησης του προϋπολογισμού, η Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει στα μνημόνια συνεννόησης μεταβλητές τις οποί-ες να μπορεί να συγκεντρώνει με μικρή χρονική καθυστέρηση.
στ) Η Επιτροπή πρέπει να διακρίνει τους όρους αναλόγως της σπουδαιότητάς τους και να επιδιώκει τις πραγματικά σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
ζ) Σε οποιαδήποτε μελλοντικά προγράμματα, η Επιτροπή πρέπει να προσπαθήσει να επισημοποιήσει τη διοργανική συνεργασία με άλλους εταίρους των προγραμμάτων.
η) Η διαδικασία διαχείρισης του χρέους πρέπει να είναι περισσότερο διαφανής.
θ) Η Επιτροπή πρέπει να αναλύει εκτενώς τις βασικές πτυχές της προσαρμογής των χωρών.
"Περιθώριο βελτίωσης", βλέπει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (european court of auditors - ECA) στον τρόπο με τον οπόιο η Κομισιόν χειρίζεται τις διασώσεις κρατών μελών από την έναρξη της κρίσης το 2008. Αναγνωρίζοντας ωστόσο τα ίδια γενεσιουργά αίτια της κρίσης, με αυτά που επικαλέστηκε διαχρονικά η ίδια η Κομισιόν.
"Πριν από επτά χρόνια η Ευρώπη ήρθε αντιμέτωπη με μια χρηματοπιστωτική κρίση η οποία εξελίχθηκε σε κρίση δημόσιου χρέους. Η κρίση αυτή αποτέλεσε συνέπεια διαφόρων παραγόντων, μεταξύ των οποίων η ανεπαρκής τραπεζική εποπτεία, οι κακές δημοσιονομικές πολιτικές και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (και το επακόλουθο κόστος διάσωσης που βάρυνε το ευρύ κοινό)."
Η έκθεση που εδώθη σήμερα στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες, εξετάζει σε βάθος τις παρεμβάσεις σε πέντε χώρες συγκεκριμένα: Ουγγαρία, Λετονία, Ρουμανία, Ιρλανδία και Πορτογαλία, όχι όμως στην Κύπρο ή την Ελλάδα για την οποία θα εκδοθεί ξεχωριστή έκθεση αργότερα. Ακόμα όμως και έτσι το ECA εκτιμά ότι πολλές από τις προειδοποιήσεις του "αγνοήθηκαν", όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το ECA εκτιμά ότι η Κομισιόν, έπρεπε να προειδοποιήσει τα κράτη μέλη, αλλά δεν ήταν "προετοιμασμένη για τις πρώτες αιτήσεις χρηματοδοτικής συνδρομής", ενώ περιγράφει ως ελλειπή την αναμετάδωση στοιχείων από τα κράτη μέλη στις Βρυξέλλες:
"Διαπιστώσαμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε ότι οι δημόσιοι προϋπολογισμοί των χωρών ήταν ισχυρότεροι από όσο τελικά αποδείχτηκαν. Σημαντική αδυναμία των αξιολογήσεων της Επιτροπής πριν από το 2009 ήταν η έλλειψη διαβίβ��σης πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με τη συσσώρευση των δυνητικών υποχρεώσεων του δημόσιου τομέα, οι οποίες συχνά μετατράπηκαν σε πραγματικές υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στη σχέση ανάμεσα στις υψηλές εξωτερικές χρηματοοικονομικές ροές, την κατάσταση των τραπεζών και, τελικά, τα δημόσια οικονομικά", αναφέρει το ECA.
Το ECA βεβαίως δέχεται ότι η Κομισιόν βελτίωσε αυτή την κατάσταση στη συνέχεια της κρίσης: "Η Επιτροπή επιδίωξε επιμελώς την απόκτηση των πληροφοριών που χρειαζόταν. Αξιοποίησε με αυξανόμενο βαθμό επιτυχίας την εσωτερική εμπειρογνωμοσύνη και διασφάλισε τη συμμετοχή ευρέος φάσματος ενδιαφερο- μένων στις χώρες που ζήτησαν βοήθεια".
To ΕCA κατακρίνει την Κομισιόν για την μέθοδο συγκέντρωσης των μακροοικονομικών προβλέψεων και των προβλέψεων για το έλλειμμα χαρακτηρίζοντας το σχετικό εργαλείο "μάλλον δύσχρηστο εργαλείο πρόβλεψης βασισμένο σε λογιστικά φύλλα".
Επισημαίνει ότι "ο έλεγχος ποιότητας περιοριζόταν κυρίως στον συγκερασμό των διαφόρων συνιστωσών των προβλέψεων, χωρίς να διερευνηθεί από τη διοίκηση το σκεπτικό στο οποίο βασίζονταν οι υποθέσεις των προβλέψεων. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας βασικών υποθέσεων όπως οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη, όχι μόνο σε κάθε μεταγενέστερη αναθεώρηση, αλλά και σε επίπεδο διαχείρισης, κατά την κατάρτιση καθ’ εαυτήν των προβλέψεων."

Ωστόσο ��ο ECA ξεκαθαρίζει ότι "τα προγράμματα στήριξης είχαν ως επί το πλείστον ορθή βάση", παρότι ακολουθούσε μια "συνήθης", όπως λέει "αδυναμία τεκμηρίωσης."
"Η εν λόγω διαδικασία δεν ήταν προσανατολισμένη στην αναδρομή στο παρελθόν με σκοπό την αξιολόγηση των ληφθεισών αποφάσεων. Δεν κατέστη δυνατό να επικυρωθούν ορισμένες από τις ουσιώδεις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν στο Συμβούλιο, όπως οι αρχικές εκτιμήσεις για το χρηματοδοτικό κενό στο πλαίσιο ορισμένων προγραμμάτων", αναφέρει το ECA, κάτι το οποίο αποδίδει στην έλλειψη εγγράφων και στην ταχύτητα συλλογής στοιχείων από τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα "η τεκμηρίωση να στερείται συγκεκριμένων πληροφοριών".
"Οι όροι των μνημονίων συνεννόησης αιτιολογούνταν, ως επί το πλείστον, με ειδική αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου. Εντούτοις, οι όροι δεν επικεντρώνονταν πάντοτε επαρκώς στους γενικούς όρους οικονομικής πολιτικής που είχαν καθοριστεί από το Συμβούλιο", επισημαίνει το ECA, συμπληρώνει δε, ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι είχαν διαφορετικούς βαθμούς "χαλαρώτητας".
Σε σχέση με την παρακολούθηση το ECA αναφέρεί ότι η Κομισιόν "βασιζόταν σε στόχους για το έλλειμμα σε δεδουλευμένη βάση. Μολονότι κατ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η συνέπεια με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, ωστόσο, όταν πρέπει να ληφθεί απόφαση για τη συνέχιση ενός προγράμματος, η Κομισιόν δεν μπορεί να αναφέρει με βεβαιότητα κατά πόσον το κράτος μέλος- δικαιούχος συμμορφώθηκε με τον στόχο για το έλλειμμα, καθώς η διαπίστωση ελλειμμάτων σε δεδουλευμένη βάση μπορεί να γίνει μόνο έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα".
Ο δε τρόπος διαβίβασης πληροφοριακών στοιχείων ως προς τη συμμόρφωση με τους όρους "δεν ήταν συστηματικός", καταλήγει η έκθεση.
Ακόμα όμως και έτσι το ECA δέχεται ότι "τα προγράμματα εκπλήρωσαν τους στόχους τους". Τα δε κράτη μέλη συμμορφώθηκαν με τους περισσότερους όρους των προγραμμάτων τους, "έστω και με κάποιες καθυστερήσεις".
"Οι εν λόγω καθυστερήσεις σημειώθηκαν, ως επί το πλείστον, για λόγους πέραν του ελέγχου της Κομισιόν", δέχεται το ECA, πα��αδεχόμενο ωστόσο ότι η Κομισιόν έθεσε σε πολλά κράτη μέλη "ασφυκτικές" προθεσμίες.
"Τα προγράμματα υπήρξαν επιτυχή στην προώθηση μεταρρυθμίσεων. Οι χώρες συνέχισαν κατά κανόνα τις μεταρρυθμίσεις που πυροδότησαν οι όροι των προγραμμάτων", καταλήγει το ECA.